Ζώντας στο ρελαντί

06/12/2019

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

(Διάλογος)

-Η κατηφόρα είναι ο καλύτερος δρόμος. Από μικρός έτσι πίστευα˙ μπαίνεις στο όχημα, βάζεις νεκρά και τσουλάει μόνο του. Μην σας πω κιόλας πως το σβήνεις και δεν καταναλώνεις ούτε μια στάλα βενζίνη. Θα με ρωτούσατε βέβαια πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει το όχημα ή που θα σταματήσει; Σας απαντώ: Μικρή σημασία έχει! Αφού δεν προσπάθησα και δεν κουράστηκα, ας πάει όπου θέλει! Ας σταματήσει όπου θέλει!

-«Τι είδους ηγεμονία ασκείς εάν σύρεσαι από τις περιστάσεις; Εκτός εάν είσαι οι περιστάσεις. Αναλογίσου τι σημαίνει να μην αίρεσαι καθόλου και ποτέ πάνω από όσα σου τυχαίνουν μέρα με τη μέρα, να μην είσαι, αλλά να γίνεσαι ακουσίως, ανάλογα με τα καπρίτσια της τύχης. Δεν απαιτώ από τον καθένα να γίνει αγέρωχος καπετάνιος. Ανάμεσα όμως στο να κουμαντάρεις, όπως μπορείς, το σκάφος σου και στο να δέχεσαι να γίνεις άθυρμα των ρευμάτων υπάρχει απόσταση.» (1)

-Και γιατί να «κουμαντάρω» τη ζωή μου; Γιατί να μην την αφήσω να κυλήσει; Γιατί πρέπει να έχω στόχους, να τους υλοποιώ, να απασχολούμαι με κάθε τι που η κοινωνία μου επιβάλλει; Γιατί να κάνω πράγματα που δεν θέλω και δεν με ενδιαφέρουν; Θα μου πείτε βέβαια – και τι θέλεις; Τίποτα! Θυμάμαι τον τίτλο από ένα βιβλίο που τυχαία έπεσε στην αντίληψή μου. Δεν το διάβασα βέβαια για να ξέρω τι λέει, αλλά ο τίτλος μου ταίριαξε: «Το δικαίωμα στην τεμπελιά», έτσι λεγόταν. Θυμάμαι μια ζωή τους γονείς μου να μου λένε «Δεν βαρέθηκες να κάθεσαι; Εμείς βαρεθήκαμε να σε βλέπουμε!» Όχι είναι το μόνο που δεν βαριέμαι τους απαντούσα! Τώρα βέβαια σαν δικαιολογία και αντίδραση μου ακούγεται, γιατί αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ να συζητώ μαζί σας.

-Αν ποτέ ερχόσουν σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο της εργασίας, εκείνον του αγρότη, του εργάτη, του παραγωγού, του μάστορα κλπ., ίσως θα πέταγες το καβούκι του άεργου φοιτητή, καλλιτέχνη, διανοούμενου κλπ. Τέτοια καλούπια της μόδας και του συρμού παρέχονται σε διάφορες μορφές και τύπους με σκοπό να εντοιχίσουν τις συνειδήσεις νέων ανθρώπων όπως εσύ. Τότε ίσως θα αποκτούσαν για εσένα νόημα τα λόγια ενός συγγραφέα που πραγματεύεται τις ψυχολογικές και κοινωνικές παθογένειες του καιρού μας.

Χαρακτηριστικά γράφει:

«Ο ιδρώτας των άλλων με έκρινε. Ξεσκέπαζε τη θλίψη μου και αποκάλυπτε τη ραθυμία μου, ξεσκέπαζε τη ραθυμία και αποκάλυπτε τον φόβο μου ότι, εάν επιχειρούσα κάτι που το ήθελα, το πιθανότερο ήταν να μην το πετύχω με την πρώτη – οπότε θα έπρεπε να προσπαθήσω πάλι, πράγμα επίπονο, που επανέφερε τη ραθυμία στην επιφάνεια. (2)
«Αντιλαμβανόμουν ότι όποιος κοπιάζει με το σώμα του θα πρέπει να αποκτά μια πολύτιμη αίσθηση βεβαιότητας, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Δεν εννοώ, φυσικά, τη δουλειά που εξουθενώνει. Ο είλωτας είναι πέρα από βεβαιότητες και αβεβαιότητες, τραβάει απλώς το κουπί, διαφορετικά θα τον ρίξουν στη θάλασσα. Για άλλο πράγμα μιλώ. Αναφέρομαι σ’ εκείνους που αποκομίζουν από το σώμα τους καθώς δουλεύει μια σιγουριά σχετικά με τους μυώνες και τα νεύρα τους. Ξέρουν να εκτελούν αυτό που εκτέλεσαν κι άλλες φορές· γνωρίζουν σε ποιες δόσεις θα διοχετεύσουν τις δυνάμεις τους στο έργο, πόσα διαλείμματα θα κάνουν, ποια είναι η αντοχή τους σε περίπτωση που θα χρειαζόταν επιτάχυνση ή μεγαλύτερη ένταση της προσπάθειας. Να είναι κανείς κύριος των μπράτσων του και της σπονδυλικής του στήλης είναι μια ευτυχία που δεν την είχα γνωρίσει, εκτός από τα παιδικά μου χρόνια, με τους όρους του παιχνιδιού τότε.»(3)

Βιβλιογραφία
(1) Καραποστόλης, Β. (2018). Μούσες εναντίον Σειρήνων, εκδ. Πατάκη, σελ. 56.
(2) Στο ίδιο, σελ. 26-27.
(3) Στο ίδιο, σελ. 29.