Σκέψεις πάνω στην υπόθεση συζυγοκτονίας στα Γλυκά Νερά

22/06/2021

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο σοβαρό, ειδεχθές και συχνά ενδοοικογενειακό έγκλημα, γεμίζουν οι δέκτες της τηλεόρασης από ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και ειδικούς (εντός ή εκτός εισαγωγικών) που αναλύουν τα «βαθύτερα ψυχολογικά κίνητρα τέτοιων συμπεριφορών». Έτσι, οι διάφορες εγκληματικές πράξεις συζητούνται, «ερμηνεύονται» εκ του προχείρου, αναλύονται και η κάθε υπόθεση κλείνει, αφού προηγουμένως έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη και έχει σοκάρει την κοινωνία για λίγο καιρό.

Οι παρεμβάσεις των ειδικών, με τους τηλεοπτικούς όρους που είναι οργανωμένες, οδηγούν συνήθως σε ψυχολογίζοντα σχήματα σκέψης και κλινικοποιημένα υπεραπλουστευτικά συμπεράσματα ή καταχρηστικές γενικεύσεις γύρω από θέματα εγκληματικότητας, χωρίς τις περισσότερες φορές να μπορούν να εμβαθύνουν. Δημιουργείται έτσι ένα γνωστικό χάος στους «καταναλωτές ειδήσεων» – ένα χάος τεκμηριωμένο, όπως υποτίθεται, επιστημονικά – που συχνά διαστρεβλώνει όμως την πραγματική πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων και της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μέσα στο σύγχρονο πολιτικό – πολιτισμικό πλαίσιο της μετανεωτερικότητας.

Ποιος ο ρόλος λοιπόν των διάφορων ειδικών και κυρίως των ψυχολόγων και των υπολοίπων κοινωνικών επιστημόνων, όταν συμμετέχουν σε πάνελ ή εκπομπές, που δεν επιτρέπουν παρά παρεμβάσεις σύντομες, οι οποίες κάποτε διακρίνονται ακόμα και από τη «λογική της έξυπνης ατάκας»; Πως όλη αυτή η παραφιλολογία γύρω από τόσο σοβαρές και αποτρόπαιες εγκληματικές πράξεις, αξιοποιείται εμπορικά υπό το πρόσημο δήθεν της κοινωνικής ανάλυσης και του «διαφωτισμού» της κοινής γνώμης γύρω από τα αίτια τέτοιων συμπεριφορών, με σκοπό δήθεν την αντικειμενική ενημέρωση και ενδεχομένως την πρόληψη τέτοιων εγκλημάτων;

Συχνά, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις των διαφόρων ειδικών ψυχικής υγείας δεν συνδέονται καθόλου με έναν αμιγώς επιστημονικό τρόπο σκέψης, αλλά περισσότερο με μια ψυχολογιοποίηση καθημερινής ζωής η οποία ενδύεται το μανδύα του επιστημονικού λόγου εντελώς επιφανειακά, απλώς και μόνον επειδή το άτομο που εκφέρει τον λόγο αυτό διαθέτει ακαδημαϊκές περγαμηνές στις επιστήμες του ανθρώπου. Ως «ψυχολογιοποίηση εννοούμε την εγκαθίδρυση μιας αιτιώδους σχέσης ανάμεσα στην κοινωνική συμπεριφορά και τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του προσώπου ή των προσώπων που την εκφράζουν.»(1) Με άλλα λόγια, παρακολουθήσαμε στην περίπτωση της υπόθεσης συζυγοκτονίας στα Γλυκά Νερά ερασιτέχνες ψυχολόγους (αλλά και επαγγελματίες), να ψυχολογιοποιούν την πραγματικότητα ανάγοντας συστηματικά τις συμπεριφορές του δράστη που αποκαλύπτονταν σταδιακά από το αστυνομικό ρεπορτάζ, σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του. Σε πολλές από αυτές τις αναγωγές αποδόθηκε και ένας κλινικός χαρακτήρας, αφού αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων λανθάνουσες ψυχοπαθολογίες ή χαρακτηρισμοί όπως «ναρκισσιστής», άτομο με «αντικοινωνική συμπεριφορά» κλπ. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι τόσο καταχρηστικά γενικοί, συχνά απλές κοινοτοπίες που επί της ουσίας δεν διαφωτίζουν κανέναν για τίποτα, αφού περιγράφουν πολύ συνηθισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των σύγχρονων, δυτικών ανθρώπων.

Ευλόγως θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε λοιπόν που αποβλέπει όλη αυτή η ψυχολογίζουσα προχειρολογία, εκτός βέβαια από τη διαφήμιση των ειδικών οι οποίοι την αναπαράγουν. Ποιες άλλες παραμέτρους αποκρύπτει η μονομερής ψυχολογίζουσα βαβούρα, όταν μάλιστα συνδυάζεται με μια ψευδεπίγραφη ευαισθητοποίηση πάνω σε ζητήματα «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» τα οποία αναπαράγονται στερεότυπα οδηγώντας σε ψευδείς υπεραπλουστεύσεις ή μισές αλήθειες; Με την υπόθεση συζυγοκτονίας στα Γλυκά Νερά ανακινήθηκαν πολλά κοινωνικά θέματα τα οποία όπως υποτίθεται εξηγούν στο μυαλό – κυριολεκτικά – του κοινού νου, γιατί συνέβη ένα τέτοιου είδους έγκλημα. Ακούσαμε λοιπόν ποικίλες προχειρολογίες που κινήθηκαν γύρω από ζητήματα σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία μέχρι και την κακοποίηση των ζώων.

Αν υποθέσουμε επομένως πως η δημόσια συζήτηση γύρω από τέτοιου είδους εγκλήματα δεν θα πρέπει να στοχεύει: α) Στην τέρψη που αισθάνονται τα άτομα από την ίδια την κατάσταση της σκανδαλοθηρίας, β) Στο παραφούσκωμα της δημοσιογραφικής επικαιρότητας με εμπορικά θέματα που τραβάνε την προσοχή του κοινού, αποπροσανατολίζοντας το από άλλα θέματα, γ) Στην εξοικείωση των ατόμων με κάθε είδους αποτρόπαιο το οποίο όλο και περισσότερο μοιάζει να στήνεται κινηματογραφικά, όχι μόνο από τους ίδιους τους δράστες, αλλά και από τους αναλυτές της συμπεριφοράς τους, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε: οι σημερινές μορφές ενημέρωσης που αποσκοπούν άραγε και τι ακριβώς επιδιώκουν; Τη διαφώτιση του κοινού και την πρόληψη τέτοιων εγκλημάτων; Διότι, αν θεωρήσουμε καλοπροαίρετα πως μια τέτοιου είδους δημόσια συζήτηση έχει βασικά ηθικοπλαστικές σκοπιμότητες, γιατί παραλείπονται από το δημόσιο λόγο σχόλια και παρατηρήσεις όπως, εντελώς ενδεικτικά και απλώς επί παραδείγματι, τα ακόλουθα;

1) Η lifestyle ευτυχία που αναδεικνύεται στα κοινωνικά δίκτυα στήνεται θεατρικά δημιουργώντας ψευδαισθήσεις για ιδανικές ζωές, ροζ κόσμους και απόλυτες ευτυχίες. Πάνω σε τέτοιες ιδέες φαντασιώνουν τη ζωή τους πολλοί σύγχρονοι νέοι άνθρωποι. Όπως διαβάσαμε σε πολλά δημοσιεύματα ένας βασικός λόγος που σοκαρίστηκε το πανελλήνιο είναι γιατί «δεν φανταζόταν κανείς τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια βιτρίνα»…

2) Τις κοινωνιολογικές και πολιτισμικές συνθήκες, συγκυρίες, ίσως εν μέρει και αντικειμενικές προϋποθέσεις ενός τέτοιου δράματος: Εδώ και πολλές δεκαετίες πράγματι, έχουν επισημανθεί από πολλές κοινωνιολογικές μελέτες σε όλο σχεδόν τον δυτικό κόσμο, οι επιπτώσεις των νέων οικιστικών προτύπων που ορίζουν το ιδεώδες της κοινωνικής «αναβάθμισης» στη μόνιμη κατοικία και στη ζωή των οικογενειών. Πιο συγκεκριμένα, νεαρά ζευγάρια μικρομεσαίων συνήθως και κάπως εύπορων στρωμάτων, τείνουν να εγκαταλείψουν τις παραδοσιακές γειτονιές ή τόπους ζωής, για να εγκατασταθούν σε πολύ πιο απρόσωπες, σχετικά «αναβαθμισμένες» περιαστικές περιοχές (βιλίτσες, μεζονέτες, διαθέτουσες γκαζόν, ίσως μικρή ιδιωτική πισίνα κλπ), χαρακτηριστικό των οποίων είναι η κοινωνική απομόνωση των νέων ενοίκων από τους γείτονες, τους συγγενείς, τους φίλους και το κοινωνικό περιβάλλον της πάλαι ποτέ γειτονιάς. Οι τοποθεσίες αυτές είναι τις περισσότερες φορές δορυφορικές, βρίσκονται δηλαδή στην ευρύτερη περιφέρεια μεγάλων πόλεων, όπου άλλωστε, ακόμα και η στοιχειώδης καθημερινή αυτοεξυπηρέτηση γίνεται συχνά αποκλειστικά με την χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου. Το τίμημα μιας τέτοιας «αναβαθμισμένης» κοινωνικής απομόνωσης για τις γυναίκες, ιδίως τις μη εργαζόμενες, που είναι έγκλειστες σε κλουβιά πολυτελείας, είναι τα ψυχολογικά προβλήματα, οι ενδοοικογενειακές κρίσεις και οι συγκρούσεις, οι αυτοκτονίες, οι εξαρτήσεις από ουσίες, ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις οι εγκληματικές συμπεριφορές.

3) Τη σημερινή εποχή παρατηρούμε ότι οι απόπειρες συνδυασμού των παλαιότερων προτύπων οικογενειακής ζωής και έγγαμου βίου με τα σύγχρονα πρότυπα, τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των ατόμων για τη ζωή τους, είναι ιδιαίτερα δύσκολες και συχνά επισφαλείς. Οι νοοτροπίες γύρω από ζητήματα όπως η μητρότητα, τα δικαιώματα των έγγαμων γυναικών, οι σπουδές, η εργασία κλπ. έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά τα τελευταία τριάντα – σαράντα χρόνια. Ενδεχομένως, η συνύπαρξη επιμέρους στοιχείων από τα διαφορετικά, αντιθετικά και συχνά συγκρουσιακά πρότυπα του παλαιότερου και νεότερου κόσμου, μπορεί να έχει ακόμα και τραγικές συνέπειες τόσο για τα νέα ζευγάρια όσο και για τα άτομα που ζουν σε μεταβατικές περιόδους σαν την σημερινή ευρισκόμενα στο μεταίχμιο ή αμφιταλαντευόμενα ανάμεσα στις επιθυμίες τους και τις επιλογές τους, δεν μπορούν να υποστηρίξουν με τις στάσεις και την συμπεριφορά τους ούτε το ένα, ούτε το άλλο μοντέλο ζωής.

Εν κατακλείδι, θα σημειώναμε πως παρόμοιοι προβληματισμοί δεν μπορούν να λείπουν από μια αντικειμενική ενημέρωση που αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην πρόληψη τέτοιων φαινομένων, ούτε να υποκαθίστανται από γενικόλογες ψυχολογιοποιήσεις και υπεραπλουστεύσεις.

Παραπομπές
(1) Παπαστάμου, Σ. (1989). Ψυχολογιοποίηση. Επιπτώσεις των Ψυχολογικών Ερμηνειών στα Φαινόμενα Κοινωνικής Επιρροής. Αθήνα: Οδυσσέας, σ. 52