Συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία Ελλήνων μεταναστών

08/12/2020

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Η μετανάστευση, η αλλαγή τόπου (ιδιαίτερα χώρας) διαμονής, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη για την εξέλιξη του ατόμου είτε σε ακαδημαϊκό, είτε σε οικονομικό, είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Συγχρόνως, η αλλαγή ως μια εξ’ ορισμού διαδικασία αποσταθεροποίησης των μέχρι σήμερα δεδομένων ζωής του ατόμου, μπορεί να βιωθεί τραυματικά, επίπονα και να συνοδεύεται μεταξύ άλλων από συναισθήματα άγχους και ανασφάλειας (πιο αναλυτικά για τις ψυχικές συνέπειες της μετανάστευσης στο https://psy-counsellors.gr/psixologikes-synepies-tis-metanasteysis-ton-ellinon/ ).

Η πολυεπίπεδη διαχείριση αυτής της αλλαγής από την πλευρά του ατόμου συχνά καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, οδηγώντας σε ματαίωση της υλοποίησης των στόχων του, φόβο για ανατροπή των σχεδίων του, το αίσθημα της ανημπόριας και της ανασφάλειας σχετικά με την ψυχολογική και έμπρακτη υποστήριξη της απόφασης να μεταναστεύσει. Οι κοινωνικές, διαπροσωπικές, πολιτισμικές, οικονομικές κλπ. δυσκολίες, οι αντιξοότητες, τα αντιφατικά συναισθήματα που συνοδεύουν συνήθως μια μεταβατική κατάσταση, ο αποχωρισμός του οικείου κοινωνικού περιβάλλοντος και γενικότερα οι ψυχικές συνέπειες που συνοδεύουν μια τόσο σημαντική αλλαγή στη ζωή ενός ατόμου (όπως είναι η μετανάστευση), απαιτούν συχνά την παροχή βοήθειας και υποστήριξης σε συμβουλευτικό ή /και σε ψυχοθεραπευτικό επίπεδο.

Όπως έχει δείξει η κλινική μας εμπειρία με Έλληνες μετανάστες στην Ευρώπη, αλλά και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, προκύπτουν τα ακόλουθα ζητήματα κατά την αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης και την ένταξη των ατόμων αυτών σε ένα ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο στις χώρες όπου ζουν και εργάζονται:

Το πρώτο ζήτημα είναι εκείνο της γλώσσας στην οποία θα πραγματοποιηθεί η συμβουλευτική (και κυρίως η ψυχοθεραπευτική) παρέμβαση. Γνωρίζουμε πως το «εργαλείο» του ψυχολόγου είναι η γλώσσα και η «ψυχοθεραπεία» είναι μια «θεραπευτική» παρέμβαση μέσω Λόγου. Γνωρίζουμε επίσης, πως οι άνθρωποι εκφράζονται καλύτερα στη μητρική τους γλώσσα και αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια (ίσως και εμπιστοσύνη), όταν η ψυχολογική παρέμβαση λαμβάνει χώρα σε οικείο πολιτισμικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, το οικείο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη και την πορεία της παρέμβασης, καθώς επίσης να θέσει πολύ σημαντικές προϋποθέσεις στην ομαλή έναρξη και ολοκλήρωσή της.

Στην περίπτωση που ένα άτομο βρίσκεται ήδη πριν μεταναστεύσει σε ψυχολογική παρέμβαση η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί, το ζήτημα που εγείρεται είναι η αλλαγή ψυχολόγου όχι οικειοθελώς, αλλά «βιαίως» εξαιτίας της μετακόμισης σε άλλο τόπο διαμονής. Ειδικότερα, όταν η αλλαγή ειδικού δεν συμβαίνει λόγω προσωπικής επιλογής του ατόμου, ή για ψυχοθεραπευτικούς λόγους, σε από κοινού συνεννόηση του με τον ψυχολόγο, αλλά εξαιτίας εξωγενών παραμέτρων, μπορεί να βιωθεί ακόμα και τραυματικά από το άτομο, να προκαλέσει αποσταθεροποίηση, να διακυβεύσει τα έως σήμερα «ψυχοθεραπευτικά επιτεύγματα» και να οδηγήσει ακόμα και σε ολική ή μερική παλινδρόμηση. Αυτή η συνθήκη σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με τη γλώσσα διεξαγωγής της συνεδρίας, μπορούν να εντείνουν τα συναισθήματα δυσφορίας. Το εν λόγω ζήτημα εμφανίζεται πολύ συχνά και σε παρεμβάσεις ψυχολογικής υποστήριξης που διακόπτονται απότομα για λόγους εσωτερικής μετανάστευσης, εξαιτίας της έναρξης των σπουδών ή της εύρεσης εργασίας.

Ένα επιπλέον θέμα που προκύπτει ενίοτε είναι η προσαρμογή στο εκάστοτε κρατικό πλαίσιο υπηρεσιών ψυχικής υγείας της χώρας υποδοχής του προσφάτως μεταναστεύοντος ατόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση, έχει παρατηρηθεί ότι τα άτομα αισθάνονται ψυχικά έκθετα, όταν αφενός βρίσκονται στην περίοδο της αλλαγής τόπου διαμονής και αφετέρου αντιμετωπίζουν μια προσωπική δυσκολία ή βρίσκονται σε ένα ατομικό αδιέξοδο, είτε αυτό συνδέεται με τη διαδικασία της μετανάστευσης είτε όχι. Σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί ένα άτομο να νιώθει έντονα συναισθήματα μοναξιάς, να βιώνει έντονα ψυχοσωματικά συμπτώματα ή να πανικοβάλλεται νομίζοντας πως είναι ανήμπορο να αναζητήσει έναν ειδικό ψυχολόγο και να ακολουθήσει την τυπική διαδικασία που απαιτείται στη χώρα υποδοχής για να έρθει σε επαφή με τον ειδικό ψυχικής υγείας που μπορεί να ανταποκριθεί στο αίτημα του για βοήθεια.

Στα ανωτέρω ζητήματα θα πρέπει να προστεθεί και η ιστορική συγκυρία του κορονωϊού που έχει δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τις μετακινήσεις. Πολλές φορές τα άτομα που βρίσκονταν σε μια μακρόχρονη ψυχολογική «θεραπεία» και έπρεπε να μεταναστεύσουν (κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες), εφόσον ήταν εφικτό, μείωναν τη συχνότητα των συνεδριών κρατώντας μια δια ζώσης επαφή με τον ψυχολόγο που τους παρακολουθούσε υποστηρικτικά σε μηνιαία ή και διμηνιαία βάση. Ο περιορισμός των μετακινήσεων όχι μόνο την περίοδο του lockdown, αλλά και καθ’ όλο το διάστημα που διαρκεί η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού, αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό την δικλείδα ασφαλείας που είχαν πολλοί Έλληνες μετανάστες (κυρίως σε κοντινές ευρωπαϊκές χώρες) πως αν αισθανθούν δυσφορία ή χρειαστούν τους δικούς τους ανθρώπους μπορούν σχετικά εύκολα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα.

Στα πλαίσια αυτά, η εξ’ αποστάσεως συμβουλευτική και «ψυχοθεραπευτική» παρέμβαση, φάνηκε ιδιαίτερα ευεργετική, οικοδομώντας μια ψυχοπολιτισμική γέφυρα μεταξύ της χώρας υποδοχής και της χώρας καταγωγής. Με την εξ΄ αποστάσεως ψυχολογική υποστήριξη (όπως αυτή υλοποιείται με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών), μπορεί να επιτευχθεί η προσαρμογή του ατόμου στη χώρα που μεταναστεύει, χωρίς αυτή η αλλαγή να αποτελεί οριστικό ρήγμα με το οικείο πολιτισμικό πλαίσιο. Με αυτό τον τρόπο η προσαρμογή επιτυγχάνεται σταδιακά, επιτρέποντας στο άτομο να αφομοιώνει τις αλλαγές τμηματικά και να διαχειρίζεται τα συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου και μοναξιάς. Βεβαίως, όπως και σε κάθε συνεδρία δια ζώσης ψυχολογικής παρέμβασης, έτσι και στην εξ’ αποστάσεως ψυχολογική υποστήριξη, πρέπει να τηρείται αυστηρά το πλαίσιο που προστατεύει τη διαδικασία της κλινικής παρέμβασης, τα εμπλεκόμενα μέρη σε αυτήν και εν τέλει εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της ψυχολογικής «θεραπείας»