Πως συνηθίσαμε να ζούμε δίχως χαρά

26/10/2020

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Πολλές φορές οι άνθρωποι, προσπαθώντας να εκφράσουν το κοινωνικό και συναισθηματικό αδιέξοδο που βιώνουν, μιλούν γι’ αυτό με τους εξής πάνω κάτω όρους:

Στο περιβάλλον μου και να θες να είσαι καλά δεν σε αφήνουν. Θα συζητάνε ή για θανάτους ή για αρρώστιες ή για ψυχικές ασθένειες. Συνήθως κάποιος ή δεν «νιώθει καλά» ή «περνάει την καταθλιψάρα του». Όλοι «ζουν ένα δράμα». Βέβαια, στο δικό μου κοινωνικό περιβάλλον δεν παρατηρώ καμία πρωτοτυπία. Ακόμα και στις συνεντεύξεις των «διασήμων» θα τεθούν ερωτήσεις που για να τις απαντήσει ο συνεντευξιαζόμενος πρέπει να «δώσει πόνο». Ενδεικτικά θα αναφέρω: «Ο αδερφός σου πέθανε από καρκίνο πριν τρία χρόνια. Πώς ένιωσες; Πως το διαχειρίστηκες όλο αυτό;» ή «Παλεύεις χρόνια με την σκλήρυνση. Τι άλλαξε στη ζωή σου από την στιγμή που άκουσες αυτή τη διάγνωση;» ή «Ξέρουμε από προηγούμενη συνέντευξη ότι είσαι παιδί χωρισμένων γονιών και είχες δύσκολα παιδικά χρόνια. Μίλησες μας γι’ αυτήν την περίοδο της ζωής σου.» ή «Όταν ήσουν στην εφηβεία έχασες την μητέρα σου από καρκίνο, πως διαμόρφωσε αυτό τον σημερινό σου εαυτό;» Πολλές φορές αναρωτιέμαι: που αποσκοπούν όλες αυτές οι συνεντεύξεις επί του προσωπικού; Όλες αυτές οι εξομολογήσεις; Ποιος θα πει την αλήθεια σε αυτές; Ποιον ακριβώς ενδιαφέρει πραγματικά αυτή η τόσο ιδιωτική και προσωπική αλήθεια;

Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι έμαθαν να τέρπονται από δυσάρεστα συναισθήματα και γεγονότα, να αποκτούν σημασία και νόημα οι ζωές τους μέσα από τις τραγικές ιστορίες που αφηγούνται και επικαλούνται, όπως επίσης έμαθαν να αναπαράγουν την δυσάρεστη είδηση και πληροφορία. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε οι σύγχρονοι άνθρωποι να βασανίζονται όλο και πιο συχνά από αιτίες που εδράζονται μέσα τους, στον εαυτό τους, αφού υποφέρουν σε μεγάλο βαθμό είτε από ψυχικά, είτε από σωματικά συμπτώματα.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί συμβαίνει αυτό˙ μετά θυμήθηκα πως σε κάποιο άρθρο είχα διαβάσει πως κάποιος ιστορικός ονόματι Ρόυ Πόρτερ ισχυριζόταν ότι «η ασθένεια μπορεί να έγινε της μόδας τόσο ως ιατρική διάγνωση, αλλά και ως πρόβλημα ή στάση ζωής, που προσέβαλλε μόνο τους νωθρούς πλούσιους και υποδήλωνε την ανία ή την αποστασιοποίηση. Δίχως καμία αμφιβολία η ιατρική προκατάληψη ότι ήταν η ασθένεια των χαρισματικών ή τουλάχιστον των ευκατάστατων συνέβαλλε ώστε να θεωρηθεί γοητευτική η διάγνωση για όσους επιθυμούσαν να ανέλθουν στην κοινωνική κλίμακα ή για όσους ήταν απλά κακόκεφοι.»(1) Νομίζω πως αυτό έχει κάποια σχέση με το γεγονός πως έχουμε γεμίσει με «Drama Queen» και «Drama King».

Αυτό που παρατηρούμε πλέον όλο και πιο συχνά, είναι ότι τα άτομα δηλώνουν ευθαρσώς και στην καθημερινότητά τους ότι φοβούνται την αρρώστια, φοβούνται τα μικρόβια, φοβούνται την ψυχική ασθένεια, φοβούνται μην πονέσουν, φοβούνται μην απογοητευτούν… Βασικά, ισχυρίζονται ότι φοβούνται το θάνατο. Επί της ουσίας, φοβούνται να ζήσουν και ότι συνεπάγεται η ζωή με τις γεννήσεις και τους θανάτους της, τις χαρές, τις λύπες και τους πόνους της. Ο δηλωμένος φόβος θανάτου υποδηλώνει φόβο για την ίδια τη ζωή και μια κρυφή επιθυμία το παρόν να είναι όντως αέναο. Θα λέγαμε ότι τα άτομα μοιάζουν να απεχθάνονται την εξέλιξη, την αλλαγή, τη διαδοχή, την συνέχεια και αρέσκονται σε μια αέναη (ψυχαναγκαστική θα προσθέταμε) επανάληψη του παρόντος χρόνου. Η επανάληψη αυτή τους παρέχει συναισθηματική ασφάλεια, όπως ακριβώς οι στερεοτυπίες και οι τελετουργίες των ψυχαναγκαστικών διαταραχών «παρέχουν ασφάλεια» επιτρέποντας στο άτομο να διαχειρίζεται με αυτές τα αυξημένα επίπεδα άγχους που βιώνει. Βέβαια, η επιθυμία για συντήρηση του αέναου παρόντος μπορεί να πραγματωθεί μόνο φαντασιωτικά, αφού η πραγματικότητα θα φέρνει το άτομο διαρκώς αντιμέτωπο με την θνητότητά και την τρωτότητά του ότι κι αν αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη ζωή και τον θάνατο. Έτσι, η φαντασίωση του «Μένουμε πάντα παιδιά» θα «τρώει διαρκώς τα μούτρα της» γεμίζοντας το άτομο ακόμα περισσότερους φόβους και ματαιώσεις.

Βέβαια, πολλοί είναι εκείνοι που, αντιλαμβανόμενοι το εν λόγω αδιέξοδο, ψάχνουν το αντίδοτο της θλίψης τους αποκλειστικά και μόνο στα διάφορα «χάπια της χαράς», στις διάφορες ουσίες και στις ψυχαναγκαστικά επιβαλλόμενες θετικές σκέψεις, παραγνωρίζοντας ότι : «Αυτό που πραγματικά είναι το αντίθετο της κατάθλιψης δεν είναι ούτε η ευθυμία ούτε η απουσία του πόνου, αλλά η ζωτικότητα – η ελευθερία να νιώθει κανείς αυθόρμητα συναισθήματα. Μέσα στο καλειδοσκόπιο της ζωής αυτά τα συναισθήματα δεν μπορεί να είναι μόνο χαρούμενα, ωραία ή καλά. Αντανακλούν ολόκληρη την γκάμα των ανθρώπινων εμπειριών, συμπεριλαμβανομένων του φθόνου, της ζήλιας, της οργής, της αποστροφής, της απληστίας, της απελπισίας και του πένθους.»(2)

Στην πραγματικότητα μάθαμε να ζούμε μέσα στην μιζέρια. Μάθαμε να ζούμε δίχως χαρά. Οι μόνες χαρές που μπορούμε να φανταστούμε είναι εκείνες που υπαγορεύονται από τα εκάστοτε καταναλωτικά πρότυπα. Εκείνες που ανακαλύπτουν οι αγοραστές ξετυλίγοντας τα περιτυλίγματα των εμπορευμάτων που αγόρασαν στα διάφορα εμπορικά κέντρα. Κατά τα άλλα, είτε βολευτήκαμε, είτε συμβιβαστήκαμε, είτε συμφιλιωθήκαμε, είτε ακόμα και μάθαμε να αγαπάμε την μιζέρια μας.

Τι εννοούμε όμως στην προκειμένη περίπτωση με τον όρο μιζέρια; Η μιζέρια δεν ταυτίζεται με την συναισθηματική κατάσταση της στεναχώριας, παρότι συγκυριακά μπορεί να την συμπεριλαμβάνει. Δεν αφορά τον πόνο (ψυχικό ή / και σωματικό) που νιώθει ένας άνθρωπος όταν κάτι πραγματικά τραγικό για εκείνον συμβαίνει στη ζωή του, ούτε προφανώς τη φτώχεια των ανθρώπων που είναι λίγο ή πολύ άποροι και γι’ αυτό δυστυχούν. Είναι μια νοοτροπία και μια στάση ζωής που πολλές φορές παραγνωρίζει και τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα της ζωής. Με άλλα λόγια, το άτομο που «μιζεριάζει» δεν είναι απαραίτητα ούτε άρρωστος, ούτε φτωχός, ούτε υφίσταται στη ζωή του μόνο άσχημα πράγματα. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να ισχύει το αντίθετο: αυτός που «μιζεριάζει» να είναι υγιής ή/και να του έχουν δοθεί ευκαιρίες στη ζωή του ή /και οικονομικά να έχει τον τρόπο του. Ζει όμως πάντα σε ένα «ναι μεν αλλά» και σε ένα κλίμα διάχυτου φόβου. Δεν βιώνει συναισθηματικά μια ρεαλιστική απώλεια, ούτε ικανοποιείται χάριν μιας πραγματικής κατάκτησης. Στα περισσότερα νιώθει μάλλον λίγος, ενώ ταυτόχρονα τα περισσότερα του φαντάζουν «λίγα». Πως διαχειρίζεται καθημερινά μια τέτοια συνθήκη ύπαρξης; Είτε με ένα είδος εσωτερικής ατονίας και αδράνειας, δηλαδή βουλιάζοντας στον καναπέ, στο κρεββάτι, στην κονσόλα, στο κινητό κλπ., είτε υπερκινητικά μετακινείται, διασκεδάζει, καταναλώνει. Όποια όμως τακτική και να ακολουθεί, τελικά το αποτέλεσμα μοιάζει να είναι το ίδιο: πως δεν μπορεί να ξεφύγει από το σαράκι της μιζέριας που σε κάποιες περιπτώσεις σχεδόν κυριολεκτικά «κατατρώει τις σάρκες του» (αν σκεφτούμε το πολύ συχνό πλέον παράδειγμα των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, χωρίς κάποια διαγνωσμένη παθολογική αιτία) και αυτοκαταστρέφει τη ζωή του.

Τελικά, παραμένοντας εγκλωβισμένος στο ναρκισσιστικό του αδιέξοδο, ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος ζει τη ζωή του δυσφορώντας και διστάζοντας. Απασχολεί την σκέψη του με την αρρώστια και το θάνατο που συνιστά για εκείνον επισφράγισμα και τρανή απόδειξη της αδυναμίας του και του πόσο ανίσχυρος νιώθει, ενώ από την άλλη, είναι αυτήν ακριβώς την ιδέα που προσπαθεί να εξορκίσει με φαντασιώσεις για έναν κόσμο που δεν χωρούν ούτε βαθιές «γρατζουνιές», ούτε πλήγματα και απώλειες.

Παραπομπές
(1) Ερενράϊχ Μπάρμπαρα, «Πως μάθαμε να ζούμε δίχως χαρά». Monthly Review. No. 31 & 32, Ιούλιος Αύγουστος, 2007, σ. 64
(2) Miller, A. (2003). Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας. Αθήνα: εκδ, Ροές, σ. 10