Ψυχική Υγεία και Κουλτούρα του Ψυχοφαρμάκου

28/09/2021

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

«Πούλα μια ασθένεια και θα πουλήσεις τα φάρμακα σου».
Φράση στρατηγικής φαρμακευτικού marketing

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε μέσα από το παράδειγμα της γενικευμένης χρήσης ψυχοφαρμάκων και αναλγητικών, την λογική που διέπει τόσο την παραγωγή, όσο και την κατανάλωση τέτοιου είδους σκευασμάτων.

Για την σύνταξη του κειμένου αυτού χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικές πηγές που συγκεντρώνουν πληροφορίες σχετικά με αυτά τα θέματα. Η μια προέρχεται από το άρθρο: «Big Pharma, Les nouveaux barons de la drogue, Marie Chancel, Elements Revue, 184, Juin, 2020. Η δεύτερη πηγή πληροφοριών προέρχεται από το δοκίμιο «Η Αυτοκτονία της Ψυχιατρικής», του Ψυχολόγου Παπαδόπουλου Μιχάλη, εκδ. Νήσος, 2017.

Ψυχικές Διαταραχές «κατά παραγγελία»:

Σήμερα, αναδεικνύεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ το να αναρωτηθούμε:

Α) Ποια η σχέση της όλο και αυξανόμενης κατανάλωσης ψυχοφαρμάκων με τις άμεσες ή έμμεσες διασυνδέσεις της ιατρικής με την φαρμακοβιομηχανία;

Β) Πως η ψυχιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής προωθεί ένα μοντέλο εν δυνάμει ψυχικά ασθενούς, φαρμακοεξαρτώμενου ατόμου, το οποίο θα αυτορυθμίζεται συναισθηματικά και συμπεριφορικά μέσα από κατάλληλες φαρμακευτικές αγωγές;

Γ) Πως οι βιολογικοί αναγωγισμοί αναφορικά με τα αίτια που «εξηγούν» σχεδόν το σύνολο των ψυχικών εκφράσεων δυσφορίας, άνοιξαν το δρόμο στην νοσοποίηση των εκφράσεων αυτών και κατ’ επέκταση στην σχεδόν αποκλειστικά φαρμακευτική πρόταση αποτελεσματικής αντιμετώπισης τους;

Όπως σημειώνει ο Παπαδόπουλος(1), «Στο βιβλίο του με τίτλο Big Pharma ο συγγραφέας Mikkel Borch – Jakobsen κωδικοποιεί τις τεχνικές μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών. Θεωρούμε αξιοσημείωτο να αναφέρουμε τις ακόλουθες:

«Νοσοποίηση: απειλούν με μια ασθένεια λέγοντας πως αυτό που θεωρείται φυσιολογικό είναι παθολογικό και θα πρέπει αμέσως να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή. Φοβίζουν τους ανθρώπους για να τους κάνουν να χάψουν τα φάρμακά τους και ελαχιστοποιούν ή αποκρύβουν τους κινδύνους από τα φάρμακά τους.»

«Μια άλλη τεχνική», συνεχίζει ο Παπαδόπουλος, «είναι η διεύρυνση μιας παθολογικής κατάστασης ή ο επαναορισμός της με στόχο να μεγεθύνουν τον κύκλο των καταναλωτών τους. Δύο ενδεικτικά παραδείγματα:

Α) Η κατάθλιψη: Μέχρι το 1960 θεωρείτο σπάνια διαταραχή. Όταν όμως οι φαρμακοβιομηχανίες εισήγαγαν τα αντικαταθλιπτικά, οι εταιρείες διεύρυναν τον ορισμό της, ώστε να περιλάβουν και τα φυσιολογικά συναισθήματα λύπης, τα οποία έγιναν διαταραχή διαχειρίσιμη με αντικαταθλιπτικά. […] Το prozak της Eli Lilly προκάλεσε μια έκρηξη κατάθλιψης, με την έννοια ότι όλο και περισσότεροι γιατροί συνταγογραφούσαν αντικαταθλιπτικά με την πρώτη λύπη ή στεναχώρια της καθημερινότητας.

Β) Η περιβόητη «διπολική διαταραχή» που τείνει να υπερκεράσει την κατάθλιψη, ήταν στην αρχή το καινούργιο όνομα της σπάνιας και σοβαρής ψυχικής διαταραχής της μανιοκατάθλιψης. Σήμερα, βαφτίζουμε διπολική διαταραχή σχεδόν κάθε διαταραχή της διάθεσης. Πίσω από αυτή την εννοιολογική στροφή υπάρχει η επιθυμία των φαρμακοβιομηχανιών να στρέψουν την αγορά της κατάθλιψης στα αντιψυχωτικά δεύτερης γενιάς (νευροληπτικά θυμορυθμιστικά).

Από τα πιο πάνω παραδείγματα τεκμηριώνεται η στρατηγική του φαρμακευτικού μάρκετινγκ. Ξεκινώντας από μια πραγματική διαταραχή τροποποιούν τον ορισμό της έτσι που να διευρύνεται η αγορά του ενός ή του άλλου φαρμάκου. Η δημιουργία μιας αρρώστιας είναι επίσης μια στρατηγική. Μια πρόσφατη δημιουργία είναι η «υποτονική γυναικεία σεξουαλική επιθυμία» (Hypoactive Sexual Desire Disorder – HSPP). Η Pfizer πέτυχε έναν εμπορικό θρίαμβο πλασάροντας το Viagra για την αντρική ανικανότητα. Η ιδέα ήταν, μετά την επιτυχία του Viagra, να βρεθεί αντίστοιχο φάρμακο, το «ροζ Viagra», για να «θεραπεύσει» την αντίστοιχη «σεξουαλική δυσλειτουργία» στις γυναίκες. Μετά από πολύχρονες προσπάθειες κυκλοφόρησε στο εμπόριο από τις 17 Οκτωβρίου 2015. […] Η έγκριση κυκλοφορίας στο εμπόριο δόθηκε στις 18 Αυγούστου 2015, από το αρμόδιο σώμα στις ΗΠΑ, την FDA, μετά από δύο απορριπτικές αποφάσεις το 2010 και το 2013. Οι αποφάσεις στηρίζονταν στην περιορισμένη αποτελεσματικότητα, αλλά κυρίως στις σοβαρές παρενέργειες (σοβαρή πτώση της αρτηριακής πίεσης και συγκοπή). Χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε σε ότι αφορά την σχέση αποτελεσματικότητας και παρενεργειών και κατόπιν εντονότατων πιέσεων από το λόμπι της Sprout Pharmaceutical και παρά τις κατηγορίες φεμινιστικών οργανώσεων, η FDA υποχώρησε και ενέκρινε την ίδια ουσία την οποία θα έπρεπε να παίρνει η γυναίκα συνέχεια και όχι κατά περίσταση, όπως το Viagra.»(2)

Από την ιατρικοποίηση στην ψυχολογιοποίηση και τανάπαλιν:

Γνωρίζουμε πως η κατανάλωση ψυχοφαρμάκων έχει αυξηθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και κατά την περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού, γενικεύτηκε και μαζικοποιήθηκε. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι λαμβάνουν από ελαφριές έως και βαρύτερες φαρμακευτικές αγωγές (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά: https://psy-counsellors.gr/pandhmia-kai-psychofarmaka/), χωρίς να διερωτάται κανείς, αν συντρέχουν πραγματικά βιολογικοί ή ψυχιατρικοί λόγοι, που τεκμηριώνουν και νομιμοποιούν την χρήση ψυχοφαρμάκων σε τόσο μεγάλη μερίδα πληθυσμού.

Θα μπορούσε λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς: Είναι όντως ψυχικά ασθενείς ή διαταραγμένοι όλοι αυτοί που λαμβάνουν ψυχοφάρμακα; Αν ναι, δεν θα έπρεπε να αναλυθεί τι συμβαίνει και νοσεί ψυχιατρικά μια τόσο μεγάλη μερίδα πληθυσμού; Αν πάλι όχι, τότε γιατί καταναλώνονται σε τέτοιες ποσότητες ψυχοφάρμακα; Είναι μήπως γιατί τα φαρμακευτικά σκευάσματα είναι η πιο φθηνή, εύκολη και γρήγορη αντιμετώπιση των ψυχολογικών προβλημάτων; Είναι άραγε, επειδή οι φαρμακευτικές εταιρείες κατευθύνουν τις διαγνώσεις και κυρίως τις θεραπείες που προτείνονται από τους ψυχιάτρους; Μήπως πάλι διότι η ψυχολογία και η εφαρμογή της στην κλινική πράξη παλινδρομεί 100 χρόνια πίσω από πριν από 100 χρόνια και αδυνατεί να ανακουφίσει τα αιτήματα για ψυχολογική υποστήριξη, σπρώχνοντας αναγκαστικά τα άτομα για αποτελεσματική βοήθεια αποκλειστικά και μόνο στους ψυχιάτρους;

Στο σημείο αυτό δεν μπορούμε επομένως να μην επισημάνουμε α) την ευθύνη των επαγγελματιών ψυχολόγων που υπόσχονται, ήδη από τον επαγγελματικό τίτλο που χρησιμοποιούν, ψυχο-θεραπείες, που στην καλύτερη περίπτωση πετυχαίνουν όχι βεβαίως αυτό που υπόσχονται, αλλά μια στοιχειώδη εμψύχωση και β) την ψυχιατρική οπτική για την σημασία της ψυχολογικής κλινικής παρέμβασης, η οποία υποβιβάζεται σε «μια κουβέντα που κάνουμε» με τον ασθενή, παράλληλα με την συνταγογράφηση της φαρμακευτικής του αγωγής.

Δανειζόμενοι τα λόγια του Παπαδόπουλου(3), μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι «Στις μέρες μας οι αρρώστιες είναι επινοημένες από τα φαρμακευτικά εργαστήρια και τις ομάδες συμφερόντων της ιατρικής σφαίρας – έτσι, η αρρώστια μετατρέπεται σε ένα βιομηχανικό προϊόν. Εκτός αυτού, φυσιολογικές διαδικασίες της ύπαρξης μας διαστρέφονται σε ιατρικά προβλήματα ένεκα της δράσης της βιομηχανίας και άλλων οργανώσεων.» Ο συγγραφέας αναφέρει πως ένας όλο και πιο μεγάλος αριθμός γιατρών εξεγείρεται ενάντια στην ιατρικοποίηση της ζωής, εμφανώς ενορχηστρωμένη από τη φαρμακοβιομηχανία και τους ακόλουθούς της στον ιατρικό κόσμο». Η ίδια διαπίστωση έρχεται και από τη Μεγάλη Βρετανία όταν το σοβαρό British Medical Journal γράφει: «Είναι εύκολο να επινοήσει κανείς καινούργιες αρρώστιες και καινούργιες θεραπείες. Είναι πολλές οι φυσιολογικές διαδικασίες της ζωής που θα μπορούσαν να ιατρικοποιηθούν: γέννηση, σεξουαλικότητα, γηρατειά, έλλειψη ικανοποίησης, θάνατος».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ίδιο το γεγονός ότι πολλές φορές οι άνθρωποι φτάνουν στο γραφείο ενός ψυχολόγου, αποζητώντας μια διάγνωση – «ταμπέλα» η οποία θα τους βοηθήσει να κλείσουν «χειρουργικά ή ιατρικά» τους «ψυχικούς ασκούς τους αιόλου» που μπορεί να ανοίξει στον κάθε άνθρωπο μια φυσιολογική διαδικασία της ζωής που βιώθηκε τραυματικά. Πολλοί από αυτούς έχουν μάλιστα περάσει προηγουμένως από το ιατρείο ενός ψυχιάτρου, έχουν λάβει μια διάγνωση και μια φαρμακευτική αγωγή, η οποία ενδεχομένως εξάλειψε βραχυπρόθεσμα τα συμπτώματά τους, αλλά δεν τους βοήθησε να αισθανθούν πραγματικά ότι διαχειρίζονται, αν όχι αντιμετωπίζουν τις αιτίες της δυσφορίας τους. Αυτό που φαίνεται να ισχύει σε πολλές περιπτώσεις είναι πως η διάγνωση και η φαρμακευτική αγωγή που την συνοδεύει εξισώνει μια διαταραχή της ψυχικής ισορροπίας με μια ασθένεια. Παράλληλα, η αρθρογραφία γύρω από ζητήματα ψυχολογίας, περιοριζόμενη συχνά στην συμπτωματολογία και στη διαχείριση των συμπτωμάτων, προωθεί αυτήν την ιδέα των κλινικών διαγνώσεων του καθενός από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι θεμιτό να ισχυριστούμε ότι αποτελεί μια μορφή επιστημονοφανούς εκλαΐκευσης της κλινικής ψυχολογίας. Κατά αυτόν τον τρόπο, προωθείται ουσιαστικά ο κατακερματισμός των κλινικών διαταραχών μέσα από τις οποίες εκδηλώνεται η δυσφορία των ατόμων στην καθημερινή τους ζωή, ανάγοντας τα διάφορα «συμπτώματα» ή ακόμα χειρότερα, τις εκφράσεις δυσφορίας σε αυτόνομες κλινικές κατηγορίες, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν είτε με φαρμακευτικές αγωγές, είτε με εξίσου επιμέρους και κατακερματισμένες «ψυχοθεραπευτικές» προσεγγίσεις. Αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση αυτή, είναι πως οι ψυχολόγοι, για καθαρά εμπορικούς λόγους, υιοθετούν την βιολογίζουσα – ιατρική οπτική των ασθενειών και των διαταραχών για να δανειστούν λίγο από το κύρος της ιατρικής επιστήμης στις παραστάσεις των ανθρώπων. Έτσι, οι ίδιοι οι ψυχολόγοι, αντί για φάρμακα, προτείνουν «θεραπευτικές» προσεγγίσεις: Γνωστική/ Συμπεριφορική/ Ψυχοδυναμική/ Συστημική/ Προσωποκεντρική/ Θεραπεία Gestalt/ Υπαρξιακή/ Διαλεκτική και άλλες πολλές, αφού η φαντασία είναι αστείρευτη, όσο αστείρευτες είναι και οι ανάγκες των ειδικών για εύρεση πελατείας. Με άλλα λόγια, κατ’ αναλογία με τα ανταγωνιστικά φαρμακευτικά σκευάσματα των ψυχιάτρων, οι ψυχολόγοι προτείνουν τα ανταγωνιστικά είδη θεραπειών που παράγει η αεροτόμος «βιομηχανία» κατασκευής επιμέρους προσεγγίσεων.

Άλλωστε, όπως συνεχίζει ο Παπαδόπουλος(4): «Στην στοχευμένη ιατρικοποίηση και ψυχιατρικοποίηση των ανθρώπινων προβλημάτων που μεθοδεύεται από τη φαρμακοβιομηχανία συμβάλλουν προφανώς σε μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ, τα οποία εκμεταλλεύονται την κατάσταση διαδίδοντας ιδέες πως υποφέρουν όλοι (ή κινδυνεύουν), από κάποια ασθένεια και ενσπείροντας τον πανικό της επερχόμενης τελευταίας θανατηφόρας επιδημίας.»

Είναι γνωστό σε όλους πως οι τηλεοπτικοί δέκτες έχουν γεμίσει από τηλεοπτικούς αστέρες προερχόμενους από τον χώρο της ιατρικής επιστήμης και της ψυχολογίας. Δημιουργώντας ασθένειες ή διογκώνοντας υπάρχουσες, σπέρνουν τον πανικό και διαπαιδαγωγούν τα άτομα να αισθάνονται εν δυνάμει ασθενείς, να νιώθουν ότι η υγεία τους ψυχική και σωματική, απειλείται διαρκώς. Περιφερόμενοι λοιπόν στα κανάλια, οι διάφοροι τηλεοπτικοί αστέρες (γιατροί, ψυχίατροι και ψυχολόγοι) περιγράφουν τις διάφορες ασθένειες και τα συμπτώματά τους αναλυτικά, εκλαϊκεύοντας έννοιες που θα είχαν ίσως νόημα σε ένα αμφιθέατρο γεμάτο με φοιτητές ιατρικής ή ψυχολογίας.

Πράγματι, σε ένα αμφιθέατρο που θίγονται τέτοια ζητήματα μπορούμε να συναντήσουμε αυτό που καλείται «το σύνδρομο του πρωτοετούς φοιτητή» και αφορά την αίσθηση που βιώνει ο αδαής πρωτοετής, ο οποίος έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με το άκουσμα τόσων ασθενειών, διαταραχών και συμπτωμάτων, πως «πάσχει» από τα περισσότερα από αυτά. Παρατηρούμε λοιπόν όλο και περισσότερους τηλεθεατές ιατρικών και ψυχιατρικών συζητήσεων ή αναγνωστών ανάλογης αρθρογραφίας να βιώνουν άγχος ως κατά φαντασίαν ασθενείς, το οποίο για να διαχειριστούν, ενδεχομένως θα καταφύγουν σε κάποια αγχολυτική φαρμακευτική αγωγή, την οποία άλλωστε, κατά πάσα πιθανότητα, θα συνταγογραφήσουν οι ίδιοι οι ηθικοί αυτουργοί στα θύματά τους.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν διαταραχές όπως, η «κοινωνική φοβία», η οποία χάρη σε ένα άριστο σχέδιο μάρκετινγκ θα μετονομαστεί σε «αγχώδη κοινωνική διαταραχή» (Social Anxiety Disorder – SAD), το ΔΕΠ-Υ στα παιδιά, η εναντιωματική προκλητική διαταραχή και πολλές άλλες.

Η «Τιμή και το Χρήμα»: Το σφιχταγκάλιασμα της φαρμακοβιομηχανίας με την ιατρική, Το παράδειγμα της χορήγησης των ψυχοφαρμάκων

Θα ήταν βέβαια ανυπόφορος ιδεαλισμός να αναφερθούμε σε όλα τα παραπάνω ζητήματα χωρίς να κάνουμε καμία νύξη στην εμπορευματοποίηση της υγείας και κατά προέκταση της ψυχικής υγείας. Αυτό καθίσταται ακόμα πιο επείγον όταν το κοινό βομβαρδίζεται από έρευνες και ερευνητικά πορίσματα, χωρίς να αναρωτιέται ποιος χρηματοδοτεί αυτές τις έρευνες – και συνεπώς, πόσο επιστημονικά ανεξάρτητες και αξιόπιστες είναι.

Ενδεικτικά, ο Borch-Jacobsen το 2014 (όπως αναφέρεται από τον Παπαδόπουλο(5)), υπογραμμίζει: «Σήμερα, σε όλο τον κόσμο το 90% της έρευνας χρηματοδοτείται από την φαρμακοβιομηχανία, γεγονός που συνεπάγεται ότι η έρευνα κατευθύνεται σύμφωνα με τα συμφέροντα των εργαστηρίων. Ως αποτέλεσμα, έχουμε όλων των ειδών τις συγκρούσεις συμφερόντων και μια ενδημική διαφθορά της έρευνας από τα κεφάλαια της βιομηχανίας.»

Σε αυτές τις περιπτώσεις «επιστημονικών» ερευνών, ο πελάτης των εργαστηρίων και των πανεπιστημίων είναι ο εργοδότης των επιμέρους ερευνητών. Ως γνωστόν, οι πελάτες και τα αφεντικά «έχουν πάντα δίκιο».

Όλες οι μακροχρόνιες μελέτες που δεν διεξήχθησαν άμεσα ή έμμεσα από τα εργαστήρια των φαρμακοβιομηχανιών, έδειξαν ότι οι θετικές επιδράσεις των νευροληπτικών, λόγου χάρη, φαρμάκων, εξασθενούν με τον χρόνο και οι κρίσεις επανέρχονται, συχνά πιο έντονες. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται περισσότερο και από εκείνων των ασθενών στους οποίους χορηγούνται πλασέμπο. Ο Olivier Appaix(6) (2012) σε μια σχετική δημοσίευση αναφέρει την περίπτωση μιας ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου του Τέξας που εξέδωσε ψεύτικα αποτελέσματα για το φάρμακο Paxil, το οποίο χορηγείται σε εφήβους, μη αναφέροντας πως οι ασθενείς που συμμετείχαν στην έρευνα παρουσίαζαν κατά πολύ αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας. Οι ψυχίατροι ακολούθησαν, υμνώντας την ανεκτικότητα του φαρμάκου από τους εφήβους. Η εταιρεία που το παρασκευάζει, είχε ανακοινώσει σε ένα εσωτερικό έγγραφο πως το φάρμακό της είναι κάτι παραπάνω από πλασέμπο (δηλαδή εξαιρετικά ελαφρύ). Αφού κατηγορήθηκε στο δικαστήριο για ψευδή προώθηση, προτίμησε να δώσει αποζημίωση παρά να διακινδυνεύσει την εικόνα και τα κέρδη της.

Όπως επισημαίνει ο Παπαδόπουλος(7): «Μπροστά σε αυτό το «ανησυχητικό» φαινόμενο, εργαστήρια και ερευνητές συνασπίζονται μερικές φορές μέχρι του σημείου να φαλκιδεύσουν τις κλινικές μελέτες ή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, ή και να ψεύδονται, αφαιρώντας μέρος των ευρημάτων.»

Η διαπλοκή μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και των κρατικών αρχών είναι συχνά εμφανής: Όπως αναφέρει ο Παπαδόπουλος(8): «Τα άτομα που βρίσκονται στους μισθολογικούς καταλόγους της εκάστοτε φαρμακευτικής εταιρείας και είναι υπεύθυνα για κλινικές εξετάσεις πάνω στις οποίες γίνεται πρόταση στις κρατικές αρχές για την έγκριση των φαρμάκων, τα ίδια αυτά άτομα, συμμετέχουν επίσης και στις επίσημες επιτροπές που θα εισηγηθούν την κυκλοφορία των φαρμάκων. Το μέχρι «πνιγμού» σφιχταγκάλιασμα της ψυχιατρικής κλινικής πρακτικής στις ΗΠΑ από τις φαρμακοβιομηχανίες αποκαλύπτεται και από την πλειονότητα των μελών των «φιλανθρωπικών» οργανώσεων της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας APA. Έτσι, στα 17 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του American Psychiatric Foundation, τα 4 είναι ανώτερα στελέχη φαρμακευτικών εταιρειών και άλλα τρία εξαρτώνται με σχέση εργασίας από την φαρμακοβιομηχανία. Επίσης, 9 από τα 16 μέλη του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Εκπαίδευση (American Psychiatric Institute for Research and Education) είναι συνδεδεμένα με εταιρείες.»

Είναι λοιπόν ενδεικτικό ότι η συχνότητα των σκανδάλων σχετικών με τα φάρμακα στις ΗΠΑ ανάγκασαν τον γενικό εισαγγελέα των ΗΠΑ να δηλώσει: «Οι παράνομες πράξεις των φαρμακευτικών εταιρειών και οι συνεχείς δόλιες απαιτήσεις τους στο Medicare και στο Medicaid μπορούν να θέσουν τη δημόσια υγεία σε κίνδυνο, να διαστρέψουν τις ιατρικές αποφάσεις των παροχών της ιατρικής φροντίδας και να αρπάξουν δισεκατομμύρια από τις τσέπες των φορολογούμενων.»(9)

«Στις ΗΠΑ, η σχέση των γιατρών που συνταγογραφούν, με τις εταιρείες και τις φαρμακοβιομηχανίες, έχει ήδη επισημοποιηθεί. Στην Μινεσότα λόγου χάρη ο νόμος υποχρεώνει αυτούς που συνταγογραφούν να δηλώνουν τα χρήματα που παίρνουν από τη βιομηχανία. Τα ποσά εξαπλασιάστηκαν μέσα σε πέντε χρόνια. Περισσότερο από το ένα τρίτο των ψυχιάτρων πήρε με τέτοιον τρόπο χρήματα – και από αυτούς, εκείνοι που πήραν πάνω από 5.000 δολάρια είχαν συνταγογραφήσει τρεις φορές περισσότερα νευροληπτικά από εκείνους που πήραν κάτω από 5.000 δολάρια. Μάλιστα, μέσα από την εφαρμογή αυτού του νόμου, αποκαλύφθηκε πως ένας ψυχίατρος από τη Φλόριντα είχε συνταγογραφήσει νευροληπτικά στους δικαιούχους της Medicaid το 2009 αξίας έως δύο εκατομμύρια δολάρια. Η επιβράβευση του ήταν να πάρει από τις φαρμακοβιομηχανίες Astrazeneca, Lilly και Pfizer 111.000 δολάρια για να προβάλλει τα προϊόντα τους και να ενισχύει τη διείσδυσή τους στις επαγγελματικές οργανώσεις και στις οργανώσεις των ασθενών. Είναι άλλωστε γνωστή πρακτική, η χρηματοδότηση των διαφόρων επαγγελματικών οργανώσεων, ακόμη και των οργανώσεων ασθενών, από τη φαρμακευτική βιομηχανία. Το 2006 η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία εισέπραξε από εκεί 30% των υλικών χρηματοδοτήσεών της, δηλαδή 20 εκατομμύρια δολάρια, εκτός από τις επιχορηγήσεις των διαφόρων επιμέρους δραστηριοτήτων της. Η χρηματοδότηση των οργανώσεων αυτών, οι οποίες διαδραματίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών υγείας και επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, αποτελεί τον βασικό άξονα στρατηγικής των κολοσσών της φαρμακοβιομηχανίας. Ο St – Onge επισημαίνει πως αυτές οι οργανώσεις εξελίσσονται σε παραρτήματα των τμημάτων μάρκετινγκ της βιομηχανίας.»(10)

Τα ίδια πάνω κάτω συμβαίνουν και στην Γερμανία, «Σύμφωνα με τον Jorg Blech, «κάθε χρόνο η φαρμακοβιομηχανία στη Γερμανία δαπανά 8.000 – 13.000 ευρώ ανά γιατρό σε δράσεις μάρκετινγκ». Η συμπαιγνία εμπόρων και γιατρών έφτασε στο αποκορύφωμα της με τη μέθοδο gas – and – go, όπου ο γιατρός και ο ιατρικός επισκέπτης συναντιούνται στο βενζινάδικο και ο υπάλληλος της βιομηχανίας έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα προϊόντα του πληρώνοντας τη βενζίνη του γιατρού. Αυτή η πρακτική οδήγησε το Δικαστήριο του Μονάχου να ανοίξει ποινική υπόθεση εναντίον πολλών χιλιάδων γιατρών και συνεργατών του ομίλου SmithKline Beecham.»(11)

Από τα ψυχοφάρμακα στα αναλγητικά:

Τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο τα ψυχοφάρμακα, αλλά και τα αναλγητικά φάρμακα. Πράγματι, παρατηρούμε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να λαμβάνουν με μεγάλη συχνότητα αναλγητικά. Πολλές φορές, όπως έχει καταδείξει η κλινική μας εμπειρία, τα αναλγητικά σε αυξημένη χρήση ως προς την ποσότητα ή /και την συχνότητα, αποτελούν τον προθάλαμο της χρήσης ψυχοφαρμάκων. Αυτό συμβαίνει διότι τα άτομα πολλές φορές χρησιμοποιούν τα αναλγητικά είτε για να αντιμετωπίσουν ψυχοσωματικά συμπτώματα (όπως πόνους σε διάφορα σημεία του σώματος, ψυχογενείς κεφαλαλγίες, ημικρανίες, πόνους στην κοιλιά και στο στομάχι, μυϊκούς πόνους ψυχογενούς βάσης κλπ.), είτε για την αντιμετώπιση της αϋπνίας, κυρίως κατά το διάστημα της νύχτας, είτε ακόμα ως «ηρεμιστικό», όταν αισθάνονται ένταση, η οποία εκφράζεται και εκδηλώνεται κυρίως μέσα από το σώμα. Πολλές φορές τα άτομα ισχυρίζονται ότι νιώθουν εξαρτημένα από τα παυσίπονα, αφού αυτά καταναλώνονται σε εβδομαδιαία τουλάχιστον βάση, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Στις ΗΠΑ εδώ και 20 χρόνια τα οπιούχα έγιναν ο πρώτος δημόσιος εχθρός. Όπως αναφέρει η Chancel(12), τα οπιούχα βρίσκονται παντού, σε όλη τη λαϊκή αμερικανική κουλτούρα. «Το 2018 πάνω από 67.000 άτομα πέθαναν από υπερβολική χρήση φαρμάκων αυτού του είδους, εκ των οποίων, τα 2/3 κατέληξαν λόγω κατανάλωσης cocktail φαρμάκων που συμπεριελάμβαναν οπιούχα, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή εταιρεία προστασίας της δημόσιας υγείας (CDC). Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μεγαλύτερος από τα θύματα των ατυχημάτων στους δρόμους (36.500 θύματα γι’ αυτήν την ίδια χρονιά) ή τις ανθρωποκτονίες με την χρήση όπλου (39.000 για την ίδια χρονιά).

Όπως προκύπτει από την κοινωνιολογική χαρτογράφηση των συνεπειών από overdose, οι θάνατοι δεν περιορίζονται στο περιβάλλον του ροκ εντ ρολ, όπως τη δεκαετία ’60-’70. Σήμερα, εντυπωσιακά video δείχνουν μέσους Αμερικανούς πολίτες να καταρρέουν στο λεωφορείο, στο δρόμο ή στο super market ως θύματα μιας κεραυνοβόλου κρίσης. Σύμφωνα με τα λόγια της Ουάσινγκτον Ποστ, η κρίση των οπιούχων είναι το αντίστοιχο «ενός πολέμου στο Βιετνάμ» κάθε χρόνο σε αριθμό νεκρών. Με λίγο λιγότερο από το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι ΗΠΑ καταναλώνουν 80% των οπιούχων αναλγητικών, σύμφωνα με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στα ναρκωτικά και στο έγκλημα (ONUDC). Αξιοσημείωτο είναι να διευκρινίσουμε ότι τα οπιούχα αναλγητικά αποσκοπούν να μετριάσουν τους πολύ δυνατούς πόνους, όπως εκείνους που συνδέονται με τον καρκίνο. Παράλληλα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή τους επίδραση, αλλά και από πολλές ανεπιθύμητες παρενέργειες. Μερικές από αυτές είναι: ο ίλιγγος, η μόνιμη ευφορία, η απώλεια συνείδησης, τα αναπνευστικά προβλήματα, αλλά επίσης και κυρίως, η ψυχική και βιολογική εξάρτηση που δημιουργούν στον χρήστη.

Όπως αναφέρει η Chancel(13): «Τα περισσότερα θύματα δεν κατρακύλησαν στα ναρκωτικά κάνοντας ενέσεις ηρωϊνης, αλλά απλώς πηγαίνοντας στο γιατρό τους και φεύγοντας με μια συνταγή για αναλγητικά.»

Και συνεχίζει: «Σύμφωνα με τον Chris Christie κυβερνήτη του New Jersey και Πρόεδρο της ειδικής επιτροπής του Λευκού Οίκου πάνω στην κρίση των οπιούχων, 142 Αμερικανοί πεθαίνουν κάθε μέρα από υπερβολική χρήση οπιούχων αναλγητικών. Πρόκειται για μια πραγματική επιδημία που θερίζει την Αμερική. Οι σημερινές επιδημίες σπέρνονται από τις φαρμακευτικές και τα σκευάσματά τους. Είναι οι επιδημίες που πλήττουν κυρίως (αν και όχι μόνο) τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η κατάσταση είναι τέτοια που τον Οκτώβριο του 2017 ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κρίση των οπιούχων αναλγητικών είναι η «χειρότερη κρίση που συνδέεται με τα ναρκωτικά σε όλη την ιστορία των ΗΠΑ και η αντιμετώπισή της είναι μια επείγουσα κατάσταση δημόσιας υγείας».

«Ενώ τα βαριά αναλγητικά δεν μπορούσαν να συνταγογραφηθούν μέχρι πρόσφατα στο ευρύ κοινό, το 1995 η εταιρεία Purdue Pharma (εργαστήριο που ιδρύθηκε από τους αδερφούς Sackler), ξεκίνησε μια εμπορική καμπάνια που απαιτούσε από το ιατρικό σώμα να ξανασκεφτεί την σχέση με τον πόνο και να τον αντιμετωπίσει σαν ένα ζωτικό σήμα που ο γιατρός οφείλει να λάβει υπόψη του και να διαχειριστεί. «Oxycontin, I got my life back», φώναζαν τα σποτ που χρηματοδοτούσε το εργαστήριο για τις μελέτες, τα κέντρα ερευνών, τις διαφημιστικές αφίσες και τις διαφημίσεις στην τηλεόραση.»(14)

Αποτέλεσμα όλων αυτών των διαφημίσεων ήταν η ανάδειξη των οπιούχων αναλγητικών ως τμήμα μιας νεολαιίστικης κουλτούρας που την συναντούμε επί παραδείγματι μέσα στην ραπ μουσική: «Παίρνω φάρμακα για να αισθάνομαι πολύ ωραία!», τραγουδούσε ο ράπερ Juice WRLD στο hit Lucid Dream, ο οποίος πέθανε τον Δεκέμβριο του 2019 από υπερδοσολογία Oxycontin και κωδεΐνη στα 21 του χρόνια. «Η γενιά μου ρουφάει σιρόπια για το βήχα» (αναφέρεται στα σιρόπια με βάση την κωδεΐνη ), σαν να πίνει νερό.» Προειδοποιεί ένας άλλος ράπερ Kendrick Lamar στο σουξέ ADHD.» (15)

Άλλωστε, οι γιατροί που συνεργάζονταν εμμέσως με την φαρμακευτική εταιρεία συνταγογραφούσαν μαζικά το Oxycontin. Όπως σημειώνει η Chancel(16) «Το δικαστήριο ξέφυγε από την υποχρέωση να αποδίδει πραγματική δικαιοσύνη για χρόνια, διακανονίζοντας με συμβιβασμούς τις διάφορες αγωγές που κατέθεσαν εναντίον της φαρμακοβιομηχανίας διάφορες Πολιτείες, πληρώνοντας βεβαίως εκατομμύρια δολαρίων. Το Μάιο του 2007, η Purdue Pharma, κατηγορούμενη πλέον από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση για ψευδή διαφήμιση, αναγνωρίζει την ενοχή της δηλώνοντας ότι «εκμεταλλεύτηκε τις στερεότυπες ιδέες που υπάρχουν στο ιατρικό σώμα. Στην πραγματικότητα το αναλγητικό δεν μειώνει τον πόνο παρά για 7 ή 8 ώρες και όχι για 12 όπως δήλωναν στις διαφημίσεις. Το 2016 η Los Angeles Times αποκτά πρόσβαση στα μυστικά κλινικά τεστ της εταιρείας. Η διαφήμιση που παρουσιάζει το χάπι σαν την μαγική λύση που καταπραΰνει κάθε πόνο, από το τράβηγμα του ώμου μέχρι την αφαίρεση του φρονιμίτη, διερχόμενος βέβαια από τον πονοκέφαλο, θεωρείται πλέον ψευδής, πράγμα που έχει πολύ βαριές συνέπειες. Τον αμέσως επόμενο χρόνο το παραπάνω αναλγητικό διαχύθηκε σε όλη την χώρα με την ευλογία του Food and Drug Administration (Αμερικανικού Οργανισμού Ελέγχου Φαρμάκων και Τροφίμων). Θα λέγαμε πως αυτό αποτέλεσε τζακ ποτ για την Purdue Pharma. Το φάρμακο απέφερε 45 εκ δολάρια ήδη από τον πρώτο χρόνο παρουσίας του στην αγορά. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, το εργαστήριο θα δαπανήσει πάνω από 1 δις δολάρια στο marketing. Θα αποκτήσει την εύνοια των γιατρών μέσα από σεμινάρια, δείπνα πολυτελείας και ταξίδια που οργανώθηκαν από 700 ιατρικούς επισκέπτες επιφορτισμένους να εγκωμιάζουν τα οφέλη και την χρησιμότητα του χαπιού. Τέσσερα χρόνια μετά την εμπορευματοποίησή του φαρμάκου, οι πωλήσεις υπερβαίνουν σαφώς το 1 δις δολαρίων. Η αμερικανική δικαιοσύνη στρέφεται εναντίον τους και το εργαστήριο δηλώνει πτώχευση τον Σεπτέμβριο του 2019. Η οικογένεια Sackler, η περιουσία της οποίας υπολογίζεται από το Forbes στα 13 δις δολάρια, υπόσχεται να αποζημιώσει τα θύματά της με 3 δις. Μέχρι να γίνει αυτό, οι καταθέσεις διακριτικά μετακομίζουν στην Ελβετία, ενώ τα οπιούχα αναλγητικά γίνονται το έμβλημα μιας δυσφορίας που αφορά ιδίως την μεσαία αμερικανική τάξη, αλλά και τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα.»(17)

Είναι αξιοσημείωτο ότι ιστορικά, όσον αφορά τις ΗΠΑ, τα ναρκωτικά εμφανιζόντουσαν με μεγάλη ένταση στα αφροαμερικανικά ιδίως γκέτο, όπου το κρακ έκανε θραύση τη δεκαετία ’70- ‘80. Η σημερινή κρίση αλλάζει τα δεδομένα: το 2018 οι λευκοί Αμερικανοί είναι το 75% των θυμάτων overdose από οπιούχα έναντι 13% των θυμάτων αφροαμερικανών και 9% των Ισπανόφωνων. Το φαινόμενο θανάτων από υπερδοσολογία είναι το ίδιο με αυτό που αναφέρει ο νομπελίστας οικονομολόγος Angus Deaton(18) σαν «νεκρούς της απόγνωσης» (Αλκοολισμός, Αυτοκτονίες, Ναρκωτικά).

Μικρή Ιστορική Αναδρομή αντί επιλόγου

Ίσως, για να κατανοήσει κανείς και να ερμηνεύσει ιστορικά την απουσία των ηθικών και των δεοντολογικών αναστολών, ιδιαίτερα από την πλευρά των φαρμακευτικών βιομηχανιών, θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξει στην ιστορία.

Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Παπαδόπουλος(19): «Για να κατανοήσει κανείς και να ερμηνεύσει την κραυγαλέα απουσία κάθε ηθικής και δεοντολογικής αναστολής από φαρμακευτικές βιομηχανίες θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξει στην ιστορία της φαρμακοβιομηχανίας και ιδιαίτερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.»

Είναι πράγματι, γνωστή η στήριξη πολλών φαρμακοβιομηχανιών στο χιτλερικό καθεστώς. Είναι γνωστό ακόμα πως χωρίς αυτές δεν θα υπήρχαν οι θάλαμοι αερίων. Είναι λιγότερο όμως γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα μέσα του εικοστού αιώνα, περισσότεροι από τους μισούς Γερμανούς γιατρούς έγιναν πρώτοι συνεργάτες του Ναζιστικού Κόμματος, ξεπερνώντας τις εγγραφές σε όλα τα άλλα επαγγέλματα. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο άρθρο «Why did so many German doctors join the Nazi Party early?»(20), σχεδόν από την έναρξη της εμφάνισης του ναζιστικού φαινομένου, η Γερμανική Ιατρική Εταιρεία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του ναζιστικού ιατρικού προγράμματος, ξεκινώντας με την περιθωριοποίηση των Εβραίων γιατρών, προχωρώντας σε εξαναγκασμένους “πειραματισμούς”, “ευθανασίες” και στειρώσεις, με αποκορύφωμα τη γενοκτονία μέσω της ιατρικοποίησης της μάζας. Όλα αυτές οι πρακτικές θεωρήθηκαν την εποχή εκείνη από το χιτλερικό καθεστώς κάτι σαν «αναγκαίοι ιστορικοί εξορθολογισμοί» που βασίζονταν στη θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού, στην ευγονική και στην ιεροποίηση της αδιαιρετότητας του γερμανικού «κοινωνικού σώματος» (το κοινωνικό σώμα ως οργανισμός).

Η διερεύνηση των μηχανισμών που τροφοδότησαν τη «Ναζιστική Ιατρική» θα είχε σήμερα ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα μπορούσε να αναδείξει τις συνθήκες και τα κίνητρα που καθιστούν τους γιατρούς επιρρεπείς σε λανθασμένες εφαρμογές της ιατρικής και να μας καθοδηγήσει ως προς την πρόληψη μελλοντικών καταχρήσεων. Επιπρόσθετα, θα μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια τις συνθήκες και τα κίνητρα που καθιστούν τους γιατρούς ευαίσθητους σε λανθασμένες εφαρμογές της ιατρικής, στο όνομα λόγου χάρη της προάσπισης της δημόσιας υγείας.

Ακολουθώντας σχετικά με το παραπάνω ζήτημα τις αναφορές του Παπαδόπουλου(21) θα συμπληρώναμε:

«Το δικαστήριο της Νυρεμβέργης το 1946 -1947 αναγνώρισε πως χωρίς τη βοήθεια του πετροχημικού καρτέλ I.G. Farben δεν θα ήταν δυνατός ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Εκτός από την I.G. Farben, συνεργάστηκαν και στήριξαν το ναζιστικό καθεστώς η Bayer, η Hoechst και η Dow. Τα δε στελέχη τους, εν ψυχρώ δολοφόνοι, αφού καταδικάστηκαν σε τέσσερα με επτά χρόνια φυλακή κατά τις δίκες της Νυρεμβέργης για μαζικές δολοφονίες, προσελήφθησαν αμέσως μετά από τις αμερικανικές εταιρείες.

Το κτήριο της I.G. Farben στη Φρανκφούρτη «παραδόξως» προστατευόταν από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς και μάλιστα από τα υψηλότερα επίπεδα της στρατιωτικής διοίκησης. Γιατί η I.G. Farben ήταν ο αντίστοιχος FDA/CDC «φαρμακευτικός βραχίονας» του Τρίτου Ράιχ του Χίτλερ και οι Ροκφέλερ είχαν οικονομικό συμφέρον για τη διατήρηση και τον έλεγχο αυτής της φαρμακευτικής αυτοκρατορίας, η οποία σύντομα θα λειτουργούσε σε αμερικανικό έδαφος.

Ο Fritz ter Meer βρέθηκε ένοχος για μαζικές δολοφονίες και εκμετάλλευση ανθρώπων σε καθεστώς δουλείας στο Άουσβιτς, όπου υπηρετούσε. Έμεινε μόνο επτά χρόνια στη φυλακή και έγινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Bayer το 1956.

Ο Carl Krauch, εκτελεστικό μέλος της I.G. Farben και επικεφαλής των στρατιωτικών οικονομικών του Χίτλερ, βρέθηκε ένοχος για τις ίδιες κατηγορίες, φυλακίστηκε για οκτώ χρόνια και στη συνέχεια έγινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της BASF το 1952.

Η Bayer, θυγατρική του χημικού καρτέλ της I.G. Farben, επιδόθηκε σε ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα – πειράματα σε ανθρώπους στο Άουσβιτς. Ενδεικτικά, είναι τα σημειώματα των «επιστημόνων» εγκληματιών προς τη διοίκηση του Άουσβιτς: «Έχουμε λάβει τον κλήρο των 250 γυναικών. Η επιλογή σας είναι ικανοποιητική παρόλο που τα άτομα είναι πολύ αδυνατισμένα. Θα σας κρατάμε ενήμερους για τα αποτελέσματα.»
«Τα πειράματα δεν ήταν αποτελεσματικά. Τα άτομα πέθαναν. Θα σας γράψουμε προσεχώς να μας ετοιμάσετε έναν άλλο κλήρο».

Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φαρμακοβιομηχανία φαίνεται μία από τις πιο κερδοφόρες, και σίγουρα, από τις πιο κυνικές και λιγότερο ηθικές από όλες τις βιομηχανίες όλων των τομέων της οικονομίας. Κατά μείζονα λόγο, αυτό είναι πιο ανησυχητικό όταν συμβαίνει στον τομέα της υγείας, όπου, υπό το πρόσημο του εργαλειακού ορθολογισμού, το πάντρεμα φιλελευθερισμού και ολοκληρωτισμού καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνο.

Οι ομοιότητες, οι παραλληλισμοί και οι αντιστοιχήσεις με την σημερινή κατάσταση της υγειονομικής κρίσης και της διαχείρισης της πανδημίας, είναι οφθαλμοφανείς. Εφόσον, οι στρατηγικές των φαρμακευτικών εταιρειών, η υπόγεια διασύνδεσή τους με τα ερευνητικά κέντρα και η διάδοση της διαφθοράς, αφορά σχεδόν όλους τους ιατρικούς κλάδους και ειδικότητες, δεν θα έπρεπε να μας ξαφνιάζει το γεγονός πως η εμπορευματοποίηση της άσκησης της ιατρικής επιστήμης τείνει να την μετατρέψει από λειτούργημα σε χρηματιστήριο αξιών, όπου οι ιατρικές θέσεις αποκτούν την ρευστότητα μετοχών, αλλάζουν και μεταλλάσσονται ανάλογα με τις επιταγές της αγοράς.

Στην μεταμοντέρνα μεταβατική εποχή της ακραίας εξατομίκευσης, το νόημα της ζωής του κάθε ατόμου γυρνάει γύρω από το σώμα του και τον εαυτό του. Έτσι, η ιατρική και η ψυχολογία, η κάθε μία στην πλευρά της, αναδεικνύονται σε mainstream επιστήμες. Θα λέγαμε πως «Μυρίζει αίμα» γύρω τους. Και όπου «μυρίζει αίμα» συγκεντρώνονται πάντα όλοι οι φιλόδοξοι καρχαρίες και μαζί με αυτούς, οι βρικόλακες και τα αναρριχώμενα ζόμπι.

Παραπομπές
(1) Παπαδόπουλος, Μ. (2017), σ.223
(2) Στο ίδιο, σ. 223-224
(3) Στο ίδιο, σ. 228
(4) Στο ίδιο, σ. 230
(5) Στο ίδιο, σ. 226
(6) Appaix, O. (2012), «Drug firms take over management of our mental illness. There’s a pill for it.», Le Monde diplomatique, Μάρτιος 2012
(7) Παπαδόπουλος, Μ. (2017). σ. 216
(8) Στο ίδιο, σ. 220
(9) Στο ίδιο, σ. 222
(10) Στο ίδιο, σ. 222-223
(11) Στο ίδιο, σ.219
(12) «Big Pharma, Les nouveaux barons de la drogue, Marie Chancel, Elements Revue, 184, Juin, 2020
(13) Στο ίδιο
(14) Στο ίδιο
(15) Στο ίδιο
(16) Στο ίδιο
(17) Στο ίδιο
(18) Deaton, A.& Case, A. (2020). Deaths of Despair and the Future of Capitalism, Princeton University Press
(19) Παπαδόπουλος, (2017), σ. 217-218
(20) Haque OS, De Freitas J, Viani I, Niederschulte B, Bursztajn HJ, «Why did so many German doctors join the Nazi Party early?», International Journal of law and Psychiatry, 01 Sep 2012, 35(5-6):473-479
(21) Παπαδόπουλος, (2017), σ. 217-218