Ο Ψηφιακός Νομαδισμός στην Παγκόσμια Κοινωνία του Διαδικτύου

14/07/2021

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Το άρθρο περιλαμβάνει αποσπάσματα από το βιβλίο «Ψυχοκοινωνιολογικά Θραύσματα της Σύγχρονης Πραγματικότητας», εκδ. Ινφογνώμων, Σαρηγιαννίδη, Ε. (2020)

Οι πολιτισμικές και πολιτικές ταυτότητες του μετανεωτερικού «πολίτη του κόσμου» μοιάζουν να διαμορφώνονται σε ενα ενιαίο πλαίσιο κοινών αναφορών ενός εν δυνάμει παγκόσμιου, φιλελευθέρως σκεπτόμενου και ελευθεριάζοντος πλήθους ανθρώπων που μετακινούνται ή φαντασιώνουν πως μετακινούνται και ταξιδεύουν στον πλανήτη γη, σαν εκείνος να ήταν ένα τεράστιο διεθνές ξενοδοχείο. Εντός αυτού του φανταστικού χώρου, οι άνθρωποι ως σύγχρονοι νομάδες, περιφέρονται στα διαμερίσματα του και εγκαθίστανται περιστασιακά σε κάποια από αυτά, όπως τους υποδεικνύει κάθε φορά η ατομική τους ανάγκη, το προσωπικό τους συμφέρον και οι καταναλωτικές τους δυνατότητες. Σε αυτό το «διεθνές ξενοδοχείο» τα άτομα ως αέναοι μετανάστες τείνουν να θεωρούν κάθε χώρο του ως έναν προορισμό που δεν οικειοποιούνται συναισθηματικά ως δική τους πατρίδα. Οι συγκάτοικοι σε αυτό το «ξενοδοχείο», χειραφετημένοι από τους μόνιμους δεσμούς με κάποιον τόπο και με τους ανθρώπους του, ζουν με την αίσθηση μιας τυχαίας και ευμετάβλητης συγκυρίας συγκατοίκησης, μέσα από την οποία τα άτομα – νομάδες συναντώνται, ενδεχομένως συνομιλούν και ίσως συνεργάζονται για λίγο και μετά χωρίζουν, όπως κάνουν υποτίθεται όλοι οι πολιτικώς χειραφετημένοι, ορθολογικώς σκεπτόμενοι και «πολιτισμένοι» άνθρωποι, που βιώνουν ως ιδιώτες καθημερινά το «τέλος» της σύντομης κοινής τους ιστορίας.

Στις ιδεολογίες του μεταμοντέρνου συρμού ο «κοσμοπολίτης» τείνει να συγχέεται με τον νομά ή τον άπατρι, τον «πολυεθνή» πολίτη του οποίου η κουλτούρα προκύπτει από ενα zapping πολιτισμών. Αυτός ο επιπόλαιος κοσμοπολιτισμός διακρίνεται από μια ελαφρότητα και ένα πολυπολιτισμικό πασάλειμμα ατομικών εμπειριών – με ένα λόγο, από μια κίβδηλη πρόθεση «ανοίγματος στον Άλλο». Στις ιδεολογίες αυτές, η έννοια του κοσμοπολιτισμού έχει διαβρωθεί και διαστρεβλωθεί σε τέτοιο βαθμό που τείνει να θεωρείται συνώνυμη με το πνεύμα του οικουμενισμού και της παγκοσμιότητας, την υποτίμηση, συχνά και την αποστροφή προς κάθε τι οικείο («οικειοφοβία»), την επιφανειακή ξενοφιλία, το ξερίζωμα, τον εξωτισμό.

Θα σημειώναμε ότι αφενός ο εκδημοκρατισμός των μετακινήσεων και η μαζικοποίηση του τουρισμού, αφετέρου το διαδίκτυο συνέβαλλαν στην προοδευτική οικοδόμηση μιας «ιδεολογίας – χωνευτήρι», που λειτουργεί σαν πολιτισμικό κοκτέιλ και που προωθεί την ιδέα μιας μόνιμης περιοδείας ανάμεσα στα σύνορα, με συγχύσεις και παρανοήσεις ως προς τον «πολιτισμό του Άλλου». Οι ροές της μετανάστευσης, αλλά και του μαζικού τουρισμού, που για πολλούς δυτικούς ανθρώπους εξελίσσεται σε τρόπο ζωής, δίνουν στην ξενοδοχειακή εικόνα του κόσμου και της οικουμένης την ιδεολογική αξιοπιστία που απαιτεί η πρακτική διαχείριση των «ανοικτών κοινωνιών». Συνεπώς, της συγκυριακής συγκατοίκησης όλων των διαρκώς μετακινούμενων ανθρώπων που ως ξένοι μεταξύ τους ή έστω ως συνταξιδιώτες διασταυρώνονται τυχαία και στιγμιαία στους «διαδρόμους». Μια τέτοια ιδεολογία οδηγεί στην κουλτούρα μιας παγκόσμιας πολύχρωμης ομοιομορφίας, ενός μωσαϊκού.

Τι συνέβη όμως μετά την εμφάνιση του κορωνοϊού, με τους επιπόλαιους κοσμοπολίτες που ασπάζονται αυτή την ιδεολογία και θεωρούν την συναφή με αυτή κουλτούρα βασικό στοιχείο της «ρευστής και πολυσυλλεκτικής» ταυτότητάς τους; Πώς αποδέχτηκαν όλοι αυτοί οι αεικίνητοι και ταξιδιάρικοι «πολίτες του κόσμου» τον εγκλεισμό και τον περιορισμό της κινητικότητάς τους;

Γνωρίζουμε πολύ καλά πως λόγω της εμφάνισης της ασθένειας του κορωνοϊού και των συνεπειών της στην καθημερινή ζωή των ατόμων, από τον Μάρτιο του 2020 ο κλάδος των ταξιδιών έχει θιγεί ιδιαιτέρως, καθώς υπάρχουν πολλοί περιορισμοί και διαφορετικοί κανόνες για την είσοδο στην εκάστοτε χώρα – προορισμό. Οι κανόνες αυτοί όχι μόνο περιόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών, αλλά παράλληλα αποτέλεσαν αντικίνητρο στο να ταξιδέψει κάποιος και να μετακινηθεί, είτε για λόγους εργασίας, είτε, κατά μείζονα λόγο, για λόγους αναψυχής. Παρατηρούμε, λοιπόν, σε συμπυκνωμένο ιστορικά χρόνο, μια μετάβαση από την κουλτούρα της υπερκινητικότητας και των διαρκών μετακινήσεων, σε εκείνη των εκλογικεύσεων του εγκλεισμού και της παύσης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής με υγειονομικού τύπου επιχειρήματα. Έτσι, ο αεικίνητος «πολυεθνής» πολίτης μετατρέπεται σε ψηφιακό νομά (digital nomad) και αφήνει το σακίδιο από την πλάτη του για να πιάσει το πληκτρολόγιο και την οθόνη του.

Οι φαντασιώσεις αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικής διάκρισης δεν ενσαρκώνονται μέσα σε αεροπλάνα low cost εταιρειών, αλλά διοχετεύονται μέσα στον απέραντο και χαοτικό κόσμο του διαδικτύου που είναι εξ’ ορισμού πολυσυλλεκτικός. Ο «ψηφιακός νομάς» χωρίς να μετακινηθεί από το σαλόνι του σπιτιού του, χωρίς να ξοδέψει χρήματα, χωρίς να ταλαιπωρηθεί, χωρίς να κουραστεί μπορεί να περιπλανιέται με το google earth σε σε όλες τις γωνιές του πλανήτη, να παρακολουθεί ψηφιακά μεγάλα γεγονότα της τέχνης και του πολιτισμού, να «επισκέπτεται» μουσεία που βρίσκονται σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου κλπ. Μπορεί επίσης να «γνωρίζει» και να συνομιλεί με ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα και να διέρχεται από την μία ηλεκτρονική διεύθυνση στην άλλη ή από το ένα κοινωνικό δίκτυο στο άλλο. Χωρίς να πενθήσει λοιπόν το ανορθόλογο μετανεωτερικό αφήγημα του μύθου της παγκοσμιοποίησης βουλιάζει ακόμα περισσότερο στην ιδέα της ξενοδοχειακής παράστασης της κοινωνίας. Διότι, η ξενοδοχειακή παράσταση της κοινωνίας εντάσσεται στα νέα κοινά ήθη, στις νοοτροπίες, στα σχήματα σκέψης και τα νέα στερεότυπα μιας κοινωνίας ιδιωτών που παγκοσμιοποιείται θεσπίζοντας ως κύρια πολιτική της θρησκεία την πίστη στα νομικά ατομικά δικαιώματα ενός αφηρημένου ανθρώπου, χωρίς πραγματικές και συγκεκριμένες, δηλαδή ιστορικά διαμορφωμένες, ιδιότητες.