Πατριωτικός κοσμοπολιτισμός και ελληνική ναυτική παράδοση

05/04/2019

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Οι Έλληνες ως ναυτικός λαός είχαν ανέκαθεν γαλουχηθεί με «κοσμοπολίτικα ιδεώδη». Έννοιες όπως ο «πόρος» και το «τέκμωρ» συναντώνται ήδη από την αρχαιοελληνική μυθολογία.

Ο «πόρος» δηλώνοντας ένα πέρασμα, μια διάβαση (πάντα θαλασσίας οδού) και το «τέκμωρ» ως διακριτικό στοιχείο, ένδειξη ή σημείο προσανατολισμού είναι δυο όροι συνυφασμένοι με το «στρατήγημα», το κόλπο που ανακαλύπτει η πονηριά ενός έξυπνου ανθρώπου για να ξεφύγει από την «απορία».

Πρόκειται σύμφωνα με τους ιστορικούς (Vernant J.P. – Detienne M.,1993) για χαρακτηριστικά της πολυμήχανης και πολύστροφης ελληνικής νόησης που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζει και τους τρόπους λειτουργίας του ναυσιπλόου. Διότι ο «πόρος» και το «τέκμωρ» συνδέονται με τον «Πόντο», ο οποίος δηλώνει την ανοιχτή θάλασσα, τον θαλάσσιο χώρο, όπου δεν είναι πια ορατές οι ακτές, όπου φαίνονται μονάχα ο ουρανός και η θάλασσα.

Δηλώνει επίσης, δρόμο που δεν έχει χαραχτεί εκ των προτέρων, που είναι ένα «άπορον πέλαγος», μια θάλασσα που δεν διασχίζεται εύκολα. Ο «Πόντος» θα παρέμενε λοιπόν η εικόνα του χάους, αν η πολύστροφη ελληνική σκέψη δεν είχε εφεύρει τον «πόρον» και το «τέκμωρ», ώστε να παραμένει ο θαλάσσιος χώρος προσανατολισμένος και εύτακτος.

Καθίσταται εμφανές επομένως, γιατί στη μυθική σκέψη των Ελλήνων υπάρχει ένας χώρος ανάλογος με την θαλάσσια έκταση και γιατί η έννοια του κοσμοπολιτισμού είναι στην Ελλάδα μια «παλαιά ιστορία», άμεσα συνδεδεμένη με τη θάλασσα, τις θαλάσσιες μεταφορές, το διαμετακομιστικό εμπόριο, την επαφή με ξένους λαούς, τη διαπραγμάτευση και τη σωστή διεκπεραίωση των εμπορευμάτων σε προκαθορισμένους χρόνους, παρά τις όποιες αντιξοότητες.

Όμως με την πάροδο των ετών η έννοια κοσμοπολιτισμός έχει διαβρωθεί και διαστρεβλωθεί σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται συνώνυμη με το πνεύμα της παγκοσμιότητας, την υποτίμηση, συχνά και αποστροφή προς κάθε τι οικείο (οικειοφοβία), την επιφανειακή ξενοφιλία, το ξερίζωμα, τον εξωτισμό.

Στις ιδεολογίες του μεταμοντέρνου συρμού ο «κοσμοπολίτης» τείνει να συγχέεται με τον νομά ή τον άπατρι, τον πολυεθνή πολίτη του οποίου η κουλτούρα προκύπτει από ένα zapping πολιτισμών. Αυτός ο επιπόλαιος κοσμοπολιτισμός διακρίνεται από μια ελαφρότητα και ένα πολυπολιτισμικό πασάλειμμα ατομικών εμπειριών – με ένα λόγο, από μια κίβδηλη πρόθεση «ανοίγματος στον Άλλο».

Ο εκδημοκρατισμός των μετακινήσεων και η μαζικοποίηση του τουρισμού συνέβαλλαν στην προοδευτική οικοδόμηση μιας «ιδεολογίας – χωνευτήρι», που λειτουργεί σαν πολιτισμικό κοκτέιλ και που προωθεί την ιδέα μιας μόνιμης περιοδείας ανάμεσα στα σύνορα, με συγχύσεις και παρανοήσεις ως προς τον «πολιτισμό του Άλλου». Μια τέτοια ιδεολογία οδηγεί στην κουλτούρα μιας παγκόσμιας πολύχρωμης ομοιομορφίας.

Τι σχέση έχει όμως ο λαϊκός κοσμοπολιτισμός του σύγχρονου μετανεωτερικού, κατά φαντασίαν «πολίτη του κόσμου», με τον εθνοτικά ριζωμένο κοσμοπολιτισμό των γόνων της ευρωπαϊκής αστικής τάξης (καθώς βέβαια παλαιότερα και της αριστοκρατίας); Τι σχέση έχει ένας τέτοιος κοσμοπολιτισμός με εκείνον των καραβοκύρηδων και των ελληνικών πληρωμάτων που με τις ιστορίες τους έχουν αποδώσει τους ναυτικούς «καημούς της ρωμιοσύνης» στα τραγούδια και στα ποιήματα του ελληνικού λαού;

Ο αληθινός κοσμοπολιτισμός «βρίσκεται στον αντίποδα της χυλώδους Βαβέλ, ριζώνει στο υπέδαφος πολλών μνημών, πολλών ιδιαιτεροτήτων […] Το να υπερβείς τις ρίζες σου, να αποχωριστείς από το οικείο για να πλησιάσεις το μακρινό δεν σημαίνει να μετεωρίζεσαι σαν άτομο χωρίς δεσμούς, αλλά να διεκδικείς και άλλες εντάξεις από τις δικές σου – σημαίνει να παραθέτεις πλάι στην πατρίδα της γέννησης μια ή περισσότερες πατρίδες εκλογής» (Bruckner P. 1992).

Έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο ότι στην εξέλιξη της ιστορίας του και των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, ο συχνά νησιώτικης καταγωγής ελληνικός εφοπλισμός επικέντρωσε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο άλλο μεγάλο ευρωπαϊκό νησί, εκείνο της Μεγάλης Βρετανίας και της τότε ακμάζουσας Βρετανικής αυτοκρατορίας. Με τον καιρό, το City συγκέντρωσε ένα μεγάλο τμήμα των ελληνικών εφοπλιστικών επιχειρηματικών δράσεων και τους επέτρεψε να επεκτείνουν την ακτίνα των δραστηριοτήτων τους σε όλο τον κόσμο.

Σε αντίθεση με την ψευδοκοσμοπολίτικη κουλτούρα του συναισθηματικού ξεριζωμού και της διανοητικής λήθης «που αγκαλιάζει τα πάντα χωρίς να ερωτεύεται τίποτα, ο (αστικός) κοσμοπολιτισμός προϋποθέτει ως πρώτο όρο του τη γνώση μιας δικής μας εθνικής κουλτούρας. Για να πας προς τις άλλες πατρίδες, πρέπει πρώτα να έχεις μια δική σου, όπως και μια μνήμη που πρέπει να καλλιεργήσεις» (Bruckner P. 1992), ακόμα και αν αυτή η μνήμη παραμείνει σχετικοποιημένη.

Το πραγματικά κοσμοπολίτικο πνεύμα, μετά το άνοιγμα του, αναγκαστικά αναδιπλώνεται και επιστρέφει στον εαυτό του. Για να λειτουργήσει πράγματι η διαπολιτισμική αντίληψη του κόσμου, όπως άλλωστε το δείχνει και το αμερικάνικο melting pot (χωνευτήρι), χρειάζεται μια προσήλωση σε συλλογικές ιστορικές αξίες, η πίστη σε μια κοινή καταγωγική μήτρα – μια «μακρινή πατρίδα». Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι δεν υπάρχει πιο εθνικόφρων χώρα από την πολυπολιτισμική Αμερική.

Ο ελληνικός εφοπλιστικός κοσμοπολιτισμός φαίνεται τόσο περισσότερο ικανός για ανοίγματα σε νέες αγορές και επιχειρηματικές δράσεις, όσο περισσότερο βρίσκεται εγγεγραμμένος στην μνήμη μιας ιστορικής καταγωγής, σε μια «γλώσσα» και σε μια νοοτροπία ιδιαίτερη, που ενδεχομένως χρησιμεύουν στους Έλληνες εφοπλιστές σαν εφαλτήρια για να συναντήσουν και να αντιμετωπίσουν τις σημερινές προκλήσεις των διεθνοποιημένων αγορών.

«Ο κοσμοπολιτισμός, αυτή η έσχατη εκλέπτυνση, είναι μια πολυτέλεια των κοινωνιών που είναι πολύ σίγουρες για τον εαυτό τους. Αυτή η πολυτέλεια μπορεί να στηριχτεί μόνο σε ένα σύμπαν οικειότητας και μνήμης σε μια πατρίδα ή τουλάχιστον σε μια μητρίδα» (Mangin, A. Stefan Zweig 1992) , την οποία οφείλουμε και πρέπει να διασώσουμε όλοι – και κυρίως η αστική της τάξη που ενσαρκώνοντας τον πατριωτικό κοσμοπολιτισμό από τον οποίο κατάγεται ιδεολογικά, δεν θα επιτρέψει το ξεπούλημα του τόπου που την γέννησε και την ανάθρεψε, ακόμα και αν δεν κατόρθωσε τις περισσότερες φορές να την κρατήσει κοντά του.

Ο ελληνικός εφοπλιστικός κόσμος είχε ανέκαθεν ιστορική έδρα και μνήμη και κατά πάσα πιθανότητα, στα πλαίσια προφανώς των επιχειρηματικών του συμφερόντων, ελπίζουμε πως δεν πρόκειται να την αποποιηθεί, αλλά αντίθετα να συνεχίσει να την διεκδικεί. Για μια κοινωνία σαν την νεοελληνική, που μοιάζει να μην έχει πια καθόλου εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στο μέλλον της (να μην διαθέτει πλέον «πόρους»), αυτό θα μπορούσε ίσως να φανεί ιδιαίτερα σημαντικό.

Βιβλιογραφία
(1) Vernant J.P. – Detienne M., (1993). Μήτις, Η πολύτροπη νόηση στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, εκδ. Δαίδαλος.
(2) Bruckner, P. (1992). «Πρέπει να είμαστε κοσμοπολίτες;». ΛΕΒΙΑΘΑΝ. τ. 14. 1993-1994
(3) Στο ίδιο
(4) Mangin, A. Stefan Zweig, le Brésil, terre d’ avenir, editions de l’ Aube, 1992

Εγγραφείτε στο Νewsletter μας