Μοναξιά και Κατοικιδιοποίηση των Παιδιών

14/05/2021

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Στα πλαίσια της επίσημης ανακοίνωσης της προσωρινής αναστολής των μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού, παράλληλα με την καθυστέρηση του ανοίγματος των παιδικών σταθμών και των χώρων αναψυχής και δημιουργικής απασχόλησης παιδιών με διάφορα προσχήματα, θα παρατηρούσαμε τα εξής: Οι περισσότεροι άνθρωποι σε μεγάλο βαθμό παρέμειναν «μέσα». Ίσως όχι τόσο «μέσα» όσο θα επιθυμούσε η πολιτική εξουσία, αλλά «μέσα» παρόλα αυτά. Και βεβαίως θα ήταν εύλογο να αναρωτηθούμε για ακόμα μία φορά ποιές είναι οι βραχύχρονες και ποιές οι μακρόχρονες συνέπειες ενός τέτοιου κατ’ οίκον περιορισμού. Στο παρόν άρθρο θα προτιμήσουμε να σταθούμε στις συνέπειες ενός τέτοιου εγκλεισμού στα παιδιά μικρότερης ηλικίας. Ας αντλήσουμε κάποιες βασικές ιδέες πάνω στο ζήτημα από τα ίδια τα λόγια τους:

«Ψυχολόγος: Θα ήθελα να φανταστείς και να μου πεις μια απίθανη ιστορία.
Αγόρι, 8 ετών: Μια φορά κι έναν καιρό μπήκε ο μπαμπάς από τη δουλειά, δεν έβγαλε τα παπούτσια του και η μαμά άρχισε να ουρλιάζει και να τον ψεκάζει με ένα σωλήνα ντετόλ που συνδέεται με ένα φορτηγό ψυγείο που έχει στην αυλή. Δεν κατάφερε να σκοτώσει τον κορωνοϊό. Ο μπαμπάς μπήκε στο νοσοκομείο, μετά μπήκε και η μαμά, μετά μπήκαν και οι γείτονες, μπήκε και ο παππούς, μπήκε και η γιαγιά, μπήκε και η μαμά του φίλου μου, κόλλησαν όλοι από το super market, μπήκαν όλοι οι μεγάλοι στο νοσοκομείο και έμεινα εγώ με τους φίλους μου να κάνουμε ότι θέλουμε και να παίζουμε όλη μέρα!!!»


Παιδί 5,5 ετών που φοιτά στο νηπιαγωγείο και μετά από σχεδόν ένα χρόνο τηλεκπαίδευση συστήνεται η επανάληψη του νηπιαγωγείου: «Δεν μου αρέσει η τηλεκπαίδευση. Δεν καταλαβαίνω τίποτα και ούτε μπορώ να κάνω όσα μου λέει η δασκάλα. Η μαμά μου δουλεύει. Η γιαγιά μου δεν ξέρει από αυτά και δεν μπορεί να με βοηθήσει. Μάλλον βαριέμαι. Όχι, είμαι χαζός!»

Παιδί 4,5 ετών που φοιτά στην τάξη των προνηπίων: «Χαίρομαι πολύ που δεν χρειάζεται να πηγαίνω σχολείο. Τώρα είμαι συνέχεια με την μαμά μου. Ξυπνάω ότι ώρα θέλω. Κοιμάμαι ότι ώρα θέλω. Βλέπω όσα παιδικά θέλω.»

Παιδί σχεδόν 3 ετών, στα πλαίσια τηλεκπαίδευσης σε ιδιωτικό παιδικό σταθμό: «Μαμά, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε μέσα; Κυρία, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε μέσα; (Εννοεί στην οθόνη, στα πλαίσια τηλεκπαίδευσης) [Κλαίει γοερά] Δεν θέλω κλείσε το!»

Κορίτσι, 11 ετών: «Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μου άρεσε τόσο πολύ το σπίτι. Τις βόλτες τις ψιλοβαριέμαι. Που να τρέχεις. Άσε που στο σπίτι μπορείς όποια στιγμή θέλεις να απολαύσεις την αγαπημένη σου ταινία στο Netflix. Με τον κορωνοϊό κατάλαβα ότι είμαι πολύ σπιτόγατα!»

Σήμερα, ακόμα και στην επαρχία, τα περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν, αναπτύσσονται και εξελίσσονται μέσα σε αστικές συνθήκες ζωής, συχνά σε διαμερίσματα των πόλεων. Το σχολικό περιβάλλον και οι εξωσχολικές δραστηριότητες ήταν ένας τρόπος να βγουν από το σπίτι τους, να αποκτήσουν εμπειρίες, να κοινωνικοποιηθούν και να αλληλεπιδράσουν με τους συνομηλίκους και το ενήλικο κοινωνικό περιβάλλον. Την εποχή του κορωνοϊού που οι άνθρωποι μοιάζουν να «ζουν για να μην πεθάνουν», τα παιδιά στο μεγαλύτερο ποσοστό τους διαβιούν σε κουτιά και αλληλεπιδρούν με ομιλούντα κουτιά. Η πόλη, το αστικό περιβάλλον, ιδίως όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια και ακόμα περισσότερο μετά τους περιορισμούς των μετακινήσεων των ατόμων όλων των ηλικιών και ιδίως των παιδιών, φέρνει στο προσκήνιο την ένδεια των ερεθισμάτων και των εμπειριών που συνεπάγεται η ζωή στην πόλη, όπως είχε περιγραφεί από τη Φρανζουάζ Ντολτό ήδη από τη δεκαετία του ’80 σε διάλεξη της για «το παιδί στην πόλη». Μάλιστα, σήμερα και μετά την τραυματική περίοδο της πανδημίας, πολλά παιδιά που κατοικούσαν στην εξοχή ή σε μικρότερες πόλεις μιμήθηκαν λόγω φόβου και περιορισμών το μοντέλο της καθημερινής ζωής ενός παιδιού που κατοικεί σε ένα διαμέρισμα μιας μεγαλούπολης. Δανειζόμενοι τα λόγια της θα σημειώναμε πως «τα παιδιά δεν έχουν παρά να ανοίξουν τη βρύση και το νερό να τρέξει, να γυρίσουν ένα κουμπί και η φωτιά να ανάψει. Τα πάντα μοιάζουν μαγικά! Αλλά δεν έχουν καμία εμπειρία των φυσικών στοιχείων˙ δεν αισθάνονται χρήσιμα και απαραίτητα στην οικογένειά τους, όπως συνέβαινε άλλοτε σε αγροτικές περιοχές, όπου ο καθένας είχε το ρόλο του. […] Σήμερα, στις πόλεις, οι εμπειρίες των παιδιών συνοψίζονται σχεδόν πάντα στο να βλέπουν και να ακούν. […] Τα πάντα είναι αυτοματοποιημένα, το παιδί θα μπορούσε να είναι και δελφίνι. Κανείς δεν χρειάζεται να έχει χέρια με τη ζωή που κάνουμε σήμερα στις πόλεις! Ας μην ξεχνάμε ότι η ευφυΐα του ανθρώπου, κατά ένα μεγάλο μέρος, είναι η ευφυΐα των χεριών του.» (1)

Και τα παιδιά, ζώντας σε τέτοιες συνθήκες καθημερινά, φτάνουν σήμερα να επισκέπτονται μαζικά τους ψυχολόγους και τους παιδιάτρους με αιτήματα που σε μεγάλο βαθμό συνδέονται με την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ζωή τους και επισήμως πλέον, λόγω των μέτρων διαχείρισης της πανδημίας. Ας δούμε τι αναφέρει στην προσωπική του σελίδα στο facebook ο παιδίατρος Γ. Χαρίτος: (2)

«Δύο – τρία παιδιά προσχολικής ηλικίας που η γλώσσα τους πήγαινε “ροδάνι”, ξεκίνησαν ξαφνικά να τραυλίζουν.
Δύο άλλα, μεγαλύτερα αυτά, εμφάνισαν ψυχογενή βήχα.
Ένα αγόρι 8 χρόνων, δυναμικό παιδί μέχρι πρότινος, φοβάται πια τα βράδια και ξανακοιμάται μαζί με το αρκουδάκι που έπαιρνε ως μωρό.
Ένα ακόμη αγόρι προσχολικής ηλικίας ξεσπά εδώ και δέκα μέρες σε ξαφνικά κλάματα όταν σε κάποιο παραμύθι συμβεί κάτι “κακό”, πχ. ο πρίγκηπας έπεσε από το άλογο.
Και βέβαια, μια σειρά από άλλα, πολύ συχνά συμπτώματα, όπως “άτυπα” κοιλιακά άλγη, ανορεξία, υπερένταση. Και εθισμός στο διαδίκτυο. Πολύς και φοβάμαι και δύσκολα αναστρέψιμος.
Οι ερωτήσεις πια καθημερινές. Δια ζώσης και στο messenger : “Γιατρέ, ξέρεις κανέναν καλό παιδοψυχολόγο;”»

Παρόμοια φαινόμενα παρατηρήθηκαν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που εκεί το lockdown δεν εφαρμόστηκε τόσο αυστηρά, όπως στην Ελλάδα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε άρθρο του ο κ. Σαββόπουλος, Ψυχαναλυτής: (3)

«Στη Γαλλία αναφέρεται ότι το 2020, κατά την περίοδο της δεύτερης καραντίνας για την αντιμετώπιση της πανδημίας, προσήλθε σε ψυχιατρικά τμήματα για παιδιά και εφήβους πολλαπλάσιος αριθμός περιστατικών από ό,τι την αντίστοιχη περίοδο το 2019. Η καθηγήτρια παιδοψυχιατρικής Σύλβια Τόρντμαν (Sylvie Tordjman) στη Ρεν, ανέφερε ότι το τμήμα επειγόντων περιστατικών της παιδιατρικής κλινικής (άτομα μέχρι 16 ετών) υποδέχθηκε τον μήνα Νοέμβριο του 2020 πολλαπλάσιες περιπτώσεις από την αντίστοιχη χρονική περίοδο το 2019.
Εκδηλώθηκαν: α) διπλάσιες απόπειρες αυτοκτονίας, β) τριπλάσιες αγχώδεις διαταραχές, που συνοδεύονταν από ανεξήγητους πόνους και γ) τετραπλάσιες περιπτώσεις με σοβαρά προβλήματα ανορεξίας. Ανάλογες παρατηρήσεις έγιναν σε παιδιατρικές μονάδες στο Παρίσι, στην Ναντ, στην Λιμόζ και στη Νίκαια. Επιπλέον τα περιστατικά αυτά εμφάνισαν μια πιο βαριά συμπτωματολογία από ότι τα περιστατικά του 2019 την αντίστοιχη περίοδο.»

Με άλλα λόγια, τα παιδιά που υποφέρουν και παρουσιάζουν συμπτώματα ψυχικά, σωματικά ή ψυχοσωματικά, μας θυμίζουν πως το παιχνίδι, η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, το αισθησιοκινητικό πλαίσιο δραστηριοποίησης και οι συμβολοποιημένες προεκτάσεις του, αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της ανάπτυξης της νοημοσύνης και συνιστούν υπόβαθρο της τωρινής και μελλοντικής ψυχικής υγείας. Οποιαδήποτε παραγνώριση αυτού του γεγονότος είναι, από επιστημονικής άποψης τουλάχιστον, απολύτως απαράδεκτη και ενέχει τρομερούς κινδύνους.

«Το φαντασιακό κάθε ανθρώπου (διανοητικό και συναισθηματικό), η νοοτροπία του, η οπτική γωνία μέσα από την οποία αντιλαμβάνεται τον εαυτό και τους άλλους δεν μπορούν να είναι ποτέ απαλλαγμένα από μια βαθιά ασυνείδητη και γι’ αυτό ζωντανή, αλλά συχνά απωθημένη, μνήμη. Το φαντασιακό, το θυμικό, οι σκέψεις και τα όνειρα των ανθρώπων δανείζονται τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις εικόνες και τους ήχους της γενέθλιας γης του καθενός.» (4)

Σήμερα, που ο κατ’ οίκον περιορισμός κανονικοποιείται και νομιμοποιείται στις συνειδήσεις των παιδιών και των γονέων, ποιά ακριβώς θα είναι άραγε τα χρώματα, οι μυρωδιές, οι εικόνες, τα ακούσματα που θα γαλουχήσουν τους ενήλικες του μέλλοντος; Και ποιά θα είναι η συνειδησιακή κατάσταση των ατόμων αυτών;

Τα σημερινά παιδιά εκπαιδεύονται ως δίποδα κατοικίδια, μέσα σε κλειστούς χώρους, παροτρύνονται να έχουν τη «γωνίτσα» τους και να συναναστρέφονται βασικά με ενήλικες και με οθόνες – παιχνίδια στις οποίες θα παρακολουθούν ήρωες κινουμένων σχεδίων να κάνουν περιπετειώδη πράγματα, την ώρα που τα ίδια θα βουλιάζουν ακόμα πιο βαθιά στην αδράνεια του scrolling και θα εγκαταλείπονται σε μια μοναξιά ζοφερή και αδυσώπητη, εκείνη που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν συνδυασμένη με εικόνες δυστυχίας μοναχικών γέρων (ίσως και αρρώστων), που η λιγοστή ενέργειά τους εξαντλείτο στο να αλλάζουν κανάλι στους τηλεοπτικούς δέκτες. Αυτό που για να το πούμε αλλιώς ονομαζόταν μοναξιά των υπερηλίκων.

Τελικά, για πολλοστή φορά αναδεικνύεται μέσα από ένα θολό σύννεφο το ερώτημα του Jaime Semprun ως ανατριχιαστικά επίκαιρο: «Όταν ο οικολόγος πολίτης ισχυρίζεται ότι θέτει το πιο ενοχλητικό ερώτημα: ποιο κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας; αποφεύγει να θέσει ένα άλλο πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα: σε τι είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;» Και άραγε ποιος θα ευθύνεται γι’ αυτό; Και από τους εν δυνάμει υπεύθυνους ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αργότερα;

Παραπομπές
(1) Ντολτό, Φ. (2000). Το παιδί στην πόλη, Αθήνα: εκδ. Πατάκη
(2) https://www.facebook.com/paidiatrosvolos/posts/1385437858457585
(3) https://slpress.gr/koinonia/giati-eprepe-na-anoixoyn-ta-scholeia-karantina-kai-psychiki-ygeia/
(4) Σαρηγιαννίδη Ε. (2020). Ψυχοκοινωνιολογικά Θραύσματα της Σύγχρονης Πραγματικότητας. Αθήνα: Ινφογνώμων