H Κουλτούρα του Άρπα Κόλλα

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Octavian Adrian Tudose/Pixabay

Στο σημερινό άρθρο θα θέλαμε να αναδείξουμε δύο συναφή ζητήματα:
Το πρώτο αφορά την απουσία επαγγελματισμού (κεντρικό τμήμα της σύγχρονης ελληνικής παθογένειας), όπως αυτή εμφανίζεται σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα, τα επιστημονικά πεδία, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Το δεύτερο αφορά την πρακτική της κοινωνικής σύγκρισης (ενδεχομένως μέχρι και το βαθμό της μνησικακίας), ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ελλάδα (ας θυμηθούμε το γνωστό ανέκδοτο με το γάιδαρο του γείτονα), όπως αυτή διαμορφώνεται σήμερα στην παρακμάζουσα πολιτισμικά, οικονομικά, δημογραφικά πολιτικά και παραγωγικά παρασιτοποιημένη σύγχρονη Ελλάδα. Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με μια νεοφιλελεύθερη ανταγωνιστική λογική που καλλιεργείται συστηματικά, χαρακτηρίζουν το αξιακό σύστημα μιας σύγχρονης «κοινωνίας της ορθοπεταλιάς».

Για να εξηγήσουμε καλύτερα τι εννοούμε με τον όρο επαγγελματισμός, ας θυμηθούμε τη λέξη που χρησιμοποιείται στις μέρες μας όλο και λιγότερο και αφορά αυτό που κάποτε λεγόταν «μεράκι».

Με την λέξη αυτή εννοούσαμε ότι κάποιος βάζει στην εργασία του, για παράδειγμα, ένα κομμάτι του εαυτού του, της ψυχής του. Το παράγωγο αυτής της εργασίας ήταν αποτέλεσμα του κόπου, της φιλότιμης προσπάθειας, της μελέτης και της συστηματικής ενασχόλησης με κάτι το οποίο, το άτομο υποτίθεται ότι αγαπούσε. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα της εργασίας του ήταν ζωντανό, δυναμικό, εξελισσόμενο και εξέφραζε «κάτι από τον ίδιο». Με άλλα λόγια, μέσα σε κάθε κατασκευασμένο αντικείμενο ενυπήρχε ο κατασκευαστής και το μεράκι του. Επιπλέον, σε αυτή την κατηγορία του επαγγελματία, δηλαδή «του εργαζόμενου που κάνει τη δουλειά του με μεράκι», θα πρέπει να προσθέσουμε την κατηγορία του ευσυνείδητου και εργατικού δημόσιου λειτουργού, όπως αυτός περιγράφεται από την παραδοσιακή Βεμπεριανή κοινωνιολογία, χωρίς να κινητοποιείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, άμεσα και εξωτερικά τουλάχιστον, από ένα σύστημα ανταμοιβών – ποινών. Ο ίδιος επαγγελματισμός, αναφερόμενος πλέον στους ιδιώτες επαγγελματίες, εκθειάζεται από τον Ινδιάνο σκηνοθέτη Σαμ Πέκενπα, σε ταινίες, όπως «Η Άγρια Συμμορία» και «το Κομβόι», στις οποίες η αξιοπρέπεια του επαγγελματία και η ευθύνη να φέρει εις πέρας το έργο που αναλαμβάνει φτάνει υπερβατικά, μέχρι ακόμα και το βαθμό της αυτοθυσίας.

Όμως, η υποβάθμιση της εργασίας ως βιοποριστικού μέσου και η προσπάθεια εξεύρεσης άλλων «ευφυέστερων μέσων πλουτισμού» καθιστά την επαγγελματική επιδεξιότητα όλο και πιο άσχετη από την ιδέα της επιτυχημένης επαγγελματικής ζωής. Αυτό «αποθαρρύνει την προσκόλληση στη συγκεκριμένη θέση εργασίας και ωθεί τους ανθρώπους προς την βαρεμάρα και την απόγνωση, δηλαδή να αντιμετωπίζουν την εργασία με αυτοκριτική απόσταση».¹ 

Μπορούμε λοιπόν, στη συνέχεια του Λας, να αναρωτηθούμε: πού μπορεί να οδηγήσει άραγε «η ειρωνική και κυνική απόσταση του καθενός από την καθημερινή του ρουτίνα»;

Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα το «βόλεμα στη ρουτίνα γίνεται σταδιακά ολοένα και πιο δυσεπίτευκτο… Η μαζική κουλτούρα της ρομαντικής φυγής γεμίζει το κεφάλι των ανθρώπων με οράματα για εμπειρίες πέραν από τα οικονομικά μέσα τους – και πέρα από τις συναισθηματικές και φαντασιακές τους ικανότητες (εμείς θα προσθέταμε και επιθυμίες) – και έτσι συντελεί στην περαιτέρω υποβάθμιση της ρουτίνας. Η ασυμφωνία ανάμεσα σε ρομάντζο και πραγματικότητα … σακατεύει τη θέληση να αλλάξουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να ξαναδώσουμε νόημα και αξιοπρέπεια στην καθημερινή ζωή».²

Έτσι, παρατηρείται η τάση τα άτομα να επιθυμούν να διαθέτουν ταμπέλες, οι οποίες δεν αντανακλούν τις πραγματικές τους προθέσεις και βαθύτερες επιθυμίες τους.

Διότι, όταν επιθυμώ κάτι πάρα πολύ, είμαι διατεθειμένος να καταβάλλω την προσπάθεια που απαιτείται για να το πετύχω, να διαχειριστώ τις απογοητεύσεις που συνοδεύουν μια τέτοια προσπάθεια και να μην αγωνιώ (χωρίς να σημαίνει ότι αδιαφορώ), για την κοινωνική αναγνώριση που θα μπορούσε να έπεται κάποιας επιτυχίας.

Άλλωστε, για να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ίδια η νεοελληνική οικογένεια καλλιεργεί συστηματικά την ανταγωνιστική διάθεση και την κοινωνική σύγκριση, ως συμπεριφορές κινητοποίησης της φιλοδοξίας του ατόμου. Πολλές φορές τα νεαρά άτομα μαθαίνουν να αναρωτιούνται «γιατί δεν είμαι σαν τον Α ή τον Β»; Ή διανύουν τη σχολική τους ζωή ακούγοντας «γιατί ο συμμαθητής σου πήρε 20 και εσύ 17; Να είσαι ο καλύτερος! Να είσαι ο πρώτος!» κλπ.

Για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι, θα αναφέρουμε δυο παραδείγματα, χαρακτηριστικά των παραπάνω νοοτροπιών:

Παράδειγμα Α: Κύριος με πτυχία και μεταπτυχιακό έρχεται και ζητά εργασία σε Κυρία με αντίστοιχα τυπικά προσόντα, ηλικία και κοινωνικό προφίλ, η οποία διατηρεί κάποια μικρή επιχείρηση στον τομέα της. Συμφωνούν σε όλες τις λεπτομέρειες της εργασίας και όταν έρχεται η ώρα να αναφερθούν στο κομμάτι των οικονομικών απολαβών, η εν δυνάμει εργοδότρια ζητά από τον εν δυνάμει εργαζόμενο να της πει πόσα ο ίδιος θεωρεί ότι πρέπει να παίρνει. Και εκείνος με μεγάλη φυσικότητα απαντά: «Από τις μεικτές εισπράξεις θα ήθελα το 50% για να δουλεύουμε σε ένα ισότιμο κλίμα συνεργασίας!»…

Παράδειγμα Β: Ιδιοκτήτης μεταφορικής εταιρείας στέλνει έναν οδηγό υπάλληλο να κάνει ένα δρομολόγιο εκτός Αττικής. Ο υπάλληλος, ο οποίος λόγω συγγένειας είχε κάποια οικειότητα με τον εργοδότη του, σκέφτεται το εξής: «Αυτός (ο ιδιοκτήτης της μεταφορικής) μόνο σε ένα δικό μου δρομολόγιο βγάζει πέντε φορές περισσότερα από όσα μου δίνει εμένα μισθό το μήνα (ένα πολύ καλό μισθό για τα δεδομένα της εποχής). Δεν είναι δίκαιο αυτό! Δεν θα έπρεπε να παίρνω κάποιο ποσοστό ανά είσπραξη πέραν του μισθού μου;» Έτσι, συγκρινόμενος με τον εργοδότη του, στη φαντασία του καθίσταται από μισθωτός, συνέταιρος και «καταργεί τον καπιταλισμό»…

Συνεπώς, θα πρέπει να επισημάνουμε την ικανότητα των νέων μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων, που έστω και άθελά τους έχουν παρασιτοποιηθεί και εξοικειωθεί με την προοπτική μιας «επιβίωσης μέρα με τη μέρα», συνήθως μέσω μικρών ή μεγάλων επιδομάτων, είτε από το κράτος πρόνοιας (όσο εξακολουθεί να υπάρχει), είτε από την οικογένεια, να εκλογικεύουν τη θέση τους και την πραγματική τους κατάσταση με κοινωνιοοικονομικούς όρους. Να ταυτίζουν την μισο-παρασιτική τους ζωή με στομφώδεις ηθικές ή κοινωνιοπολιτικές αρχές που δίνουν έμφαση σε κάποιες συνήθως φανταστικές «ατομικές ελευθερίες επιλογής τρόπων ζωής» ή σε κάποιες εικονικές «προσωπικές αντιστάσεις τους στην εργοδοτική εκμετάλλευση».

Αυτές οι δήθεν αντιστάσεις στις σχέσεις εκμετάλλευσης σπανιότατα εμφανίζονται βεβαίως όταν ο εργοδότης είναι μια ανώνυμη πολυεθνική εταιρεία, ικανή να δώσει «τα παπούτσια στο χέρι» με τον πιο αυταρχικό και απρόσωπο τρόπο σε όποιον τολμήσει να αμφισβητήσει, έστω εμμέσως, τους ρυθμούς ή τα ωράρια εργασίας των υπαλλήλων ή τις τεράστιες ανισότητες στις αμοιβές τους. Σε αυτές τις συνθήκες, απέναντι στον απρόσωπο μηχανισμό μιας πολυεθνικής εταιρείας και των μετόχων της, η κοινωνική σύγκριση, ως συμπεριφορά και κοινωνική πρακτική, δεν θα είχε κανένα νόημα. Πράγματι, πόσο εύκολο είναι ένας απλός εργαζόμενος μιας μεγάλης εταιρείας να συγκριθεί με κάποιον μεγαλομέτοχο που δεν έχει για εκείνον σαφές πρόσωπο, ταυτότητα, έδαφος και τον οποίο ενδεχομένως δεν θα συναντήσει ποτέ;

Τα άτομα τείνουν να συγκρίνονται περισσότερο με εκείνους που ναι μεν, θεωρούν «ανώτερους» σε κάτι από τους ίδιους, αλλά και αρκετά κοντά τους, ώστε να μπορούν να τους προσεγγίσουν και να συναναστραφούν μαζί τους. Είναι τα ίδια άτομα που θα επιδείξουν δουλικότητα απέναντι σε μια απρόσωπη εξουσία.

Αντίθετα, παρόμοιες «αντιστάσεις», συνήθως υπό την μορφή συγκρίσεων και ανταγωνιστικών συναισθημάτων, εμφανίζονται συστηματικά έναντι των μικρομεσαίων εργοδοτών, συχνά αυτοαπασχολούμενων που αναζητούν κάτι σαν τους «παλαιούς φιλότιμους εργαζόμενους» ή σοβαρούς και επιμελείς συνεργάτες. Ακόμα και αν αυτή η μορφή εργοδοσίας φαίνεται συχνά απολύτως ικανή να εκμεταλλευτεί την κρίση σε βάρος των συμφερόντων των εργαζόμενων, τα παρασιτοποιημένα μικροαστικά στρώματα που «αντιστέκονται» πλασματικά σε αυτές τις σχέσεις εκμετάλλευσης, συμμετέχουν ενεργά στην απαξίωση της μικρομεσαίας παραγωγής.

Όλες οι καταναλωτικές στερήσεις βιώνονται τότε ως αφόρητες και απαράδεκτες από τους ανθρώπους που έχουν ενστερνιστεί τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής ως ασφαλείς ενδείξεις της κοινωνικής τους προόδου. Εξαντλούνται στην προβολή των πιο ανορθόλογων πτυχών του μισοβολεμένου εαυτού στην πολιτική σφαίρα, υπό το πρόσημο των ατομικών δικαιωμάτων του καθενός στην ευημερία, στην καλοπέραση και στην αυτοπραγμάτωση.

Παρόμοιες «αντιστάσεις», σπανίως καθίστανται συλλογικές. Δεν επιδίδονται σε κάποια αγωνιστικά ενεργή συνδικαλιστική ή πολιτική καταγγελία του σύγχρονου καπιταλισμού, με τις φιλελεύθερες αξίες του οποίου οι περισσότεροι μοιάζουν απολύτως συμβιβασμένοι.

Τα φιλελεύθερα ιδεολογήματα της καινοτόμας επιχειρηματικότητας, της φιγουρατζίδικης ατομικής διάκρισης και της γρήγορης αρπαχτής συνενώθηκαν, τόσο σε βάρος της σοβαρής εργασίας, όσο και της αποταμίευσης, με τις πραγματικότητες του νεοελληνικού παραγωγικού παρασιτισμού, με τις πρακτικές της λίγο ή πολύ επιδοτούμενης προχειρότητας, καθώς και με εκείνες του καθημερινού τζόγου. Έτσι, αντίθετα από ότι ισχυρίζεται η διαφήμιση της coca cola (όπου, όπως υποτίθεται, πίνοντας όλοι μαζί το αναψυκτικό «μοιραζόμαστε όσα μας ενώνουν»), οι από πεποίθηση τζογαδόροι και οι επιδοτούμενοι άεργοι, καθώς και οι κατά ανάγκη άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι, μοιάζουν να έχουν ενώσει σε μια συλλογική νοοτροπία, σε μια «κουλτούρα της άρπα κόλλα», όσα φιλελεύθερα ιδεολογήματα περί του κυνικού αμοραλισμού, της τύχης ή της επιτυχημένης σταδιοδρομίας έχουν μοιραστεί τα τελευταία χρόνια σε όλο το δυτικό κόσμο.

1. (Λας, Κ. 2002, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, εκδ. Νησίδες, σ. 99).
2. (Λας, Κ. 2002, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, εκδ. Νησίδες, σ. 100).