Διαπαιδαγώγηση μέσω ενοχοποίησης

01/11/2019

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

«Θυμάμαι από μικρός η μητέρα μου να μην μου χαλάει χατίρι σε τίποτα. Πάντα νόμιζα ότι έκανα ότι ήθελα. Τώρα που πια που έχω κλείσει τα τριάντα συνειδητοποιώ ότι με εξουσίαζε με έναν πολύ ιδιαίτερο και ύπουλο τρόπο. Βεβαίως, νόμιζα ότι αυτό που ήθελα στο τέλος γινόταν πάντα. Παρατηρώ όμως ότι ποτέ πραγματικά δεν εναντιώθηκα στις επιθυμίες της, ακόμα και όταν φαινομενικά συγκρουόμουν μαζί της. Παραδείγματος χάριν, δεν ήθελε να παίζω ηλεκτρονικά με τις ώρες και με μάλωνε γι’ αυτό, εγώ αντιδρούσα και έπαιζα ακόμα περισσότερο, εκείνη παραδινόταν γκρινιάζοντας στα καπρίτσια μου. Σήμερα, καταλαβαίνω πως περισσότερο από όλα επιθυμούσε να είμαι κοντά της, να νιώθει ασφαλής, να μην με μαζεύει από τους δρόμους και τις πλατείες, να βρίσκομαι γύρω της, να με ελέγχει χωρίς να μου επιβάλλεται. Η συνήθειά μου να παίζω ηλεκτρονικά (με την οποία, όπως υποτίθεται διαφωνούσε), πόσο εξαιρετικά εκπλήρωνε αυτήν την βαθύτερη επιθυμία της.»
Άντρας, 35 περίπου ετών

Όσον αφορά τους τρόπους, τα περιεχόμενα και τις διαδικασίες διαπαιδαγώγησης των νέων γενεών, θα σημειώναμε ότι οι άμεσες απαγορεύσεις της παλαιότερης γενιάς, σε σχέση με τις μεταμοντέρνες ψευτοφιλελεύθερες συχνά αντιφατικές απαγορεύσεις, έχουν μεταξύ πολλών άλλων μια κεντρική ειδοποιό διαφορά: υποτίθεται ότι οι δεύτερες επιτρέπουν τα πάντα, ενώ ταυτόχρονα ενοχοποιούν το άτομο για την «ελεύθερη επιλογή» του.

Αυτό το ελευθεριακό στυλ ιδιότυπων απαγορεύσεων στοχεύει στην καθοδήγηση της επιθυμίας

Μοιάζει να ισχυρίζεται το εξής: «θέλεις αυτό που σου επιβάλλεται, άρα δεν σου επιβάλλεται, αφού το θέλεις». Παράλληλα, επιδιώκει να αντικαταστήσει την απαγόρευση ως μέσο εκμάθησης κοινωνικών κανόνων και συμπεριφορών με εκείνην της ενοχοποίησης. Στην πρώτη περίπτωση, το ενήλικο περιβάλλον, όχι μόνον παίρνει την ευθύνη των απαγορεύσεων που επιβάλλει, αλλά εισπράττει και την ανάλογη δυσαρέσκεια εκ μέρους του παιδιού. Στη δεύτερη περίπτωση, η ενοχοποίηση στοχεύει στη δημιουργία τύψεων αναφορικά με τα αποτελέσματα της «ελεύθερης» δράσης του ατόμου.

Το εθισμένο στο διαδίκτυο άτομο της παραπάνω αφήγησης αισθανόταν να ευθύνεται το ίδιο για τις ώρες και τα χρόνια που αφιέρωσε στην οθόνη του υπολογιστή του ή στην κονσόλα του. Ο γονέας φαινομενικά εναντιώθηκε στις επιλογές του (άρα «ευθύνη δεν φέρει»). Το ίδιο το παιδί παρακούοντας τη σύσταση του γονιού συνέχισε να «κάνει κακό στον εαυτό του». Ποιος φταίει αν όχι το ίδιο που στα 11, στα 12 ή ακόμα και στα 15 δεν σκέφτηκε πως όλες αυτές τις πολύτιμες ώρες που ξοδεύει στα ηλεκτρονικά και ιντερνετικά παιχνίδια, θα μπορούσε να τις αφιερώνει στην κοινωνικοποίηση του, στο φλερτ, στο διάβασμα ή σε οτιδήποτε άλλο σχετικό με την πραγματική ζωή; Προφανώς, «αποκλειστικά και μόνο το ίδιο»! (θα σημείωνε το ενοχοποιητικο-επιτρεπτικό στυλ μεταμοντέρνας διαπαιδαγώγησης). Οι αποτυχίες ή οι δυσκολίες στη ζωή του είναι αποτέλεσμα των εσφαλμένων επιλογών του στα 11, στα 12 ή και στα 15, θα υπονοούσε το ίδιο στυλ διαπαιδαγώγησης. Περί ρητής απαγόρευσης εκ μέρους του ενήλικου περιβάλλοντος; Ούτε λόγος! Στην καλύτερη των περιπτώσεων ο γονέας θα επισημάνει: «Του τα έλεγα εγώ, αλλά δεν ακούνε τα σημερινά παιδιά!» (Τι βολική διατύπωση!)

Όπως παρατηρεί και ο Μισεά στο βιβλίο του «Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού», (εκδ. Flammarion, σ. 170 – 171), για να καμφθούν οι αντιστάσεις ενός παιδιού που δεν έχει καμία διάθεση να επισκεφτεί τη γιαγιά του την Κυριακή, είναι πιο εύκολο για τους γονείς, αντί να επιβάλλουν «αυταρχικά», δηλαδή χωρίς περιττές συζητήσεις και διαπληκτισμούς, αλλά με τη δέουσα αυστηρότητα, αυτό που ηθικά θεωρείται από τους ίδιους και την κοινωνία σωστό, να ενοχοποιήσουν την άρνηση ή τη δυσφορία του παιδιού με ηθικοσυναισθηματικούς όρους, αφήνοντας προσχηματικά την «ελευθερία» στο ίδιο το παιδί να διαλέξει τι θα κάνει: παιχνίδι με φίλους ή επίσκεψη στη γιαγιά; Η ψευδοεπιτρεπτική προτροπή «κάνε ότι νομίζεις, αλλά να ξέρεις ότι η γιαγιά σου θα στεναχωρηθεί πολύ, αν δεν έρθεις μαζί μας να την δεις», φαίνεται πρακτικά πιο αποτελεσματική, όχι αναγκαστικά ως προς το ζητούμενο, δηλαδή την επίσκεψη στη γιαγιά, αλλά ως προς τη διατήρηση ενός «ειρηνικού» και χωρίς συγκρούσεις πολιτισμένου κλίματος στο πεδίο των ενδοοικογενειακών σχέσεων.

Αυτή η πολυπληθής πλέον κατηγορία επιτρεπτικών γονέων και κηδεμόνων του σημερινού κόσμου, έχει πρακτικά μεγαλώσει με τις αξίες και τα σύγχρονα (μετανεωτερικά) δόγματα που θεωρούνται πολιτικώς ορθά. Έχει συνηθίσει στην ασαφή χρήση εννοιών που χρησιμοποιούνται πλέον καθημερινά, όπως η «ανεκτικότητα» και η «επιτρεπτικότητα». Έχει εθιστεί στον ειρηνόφιλο υποτίθεται στιγματισμό κάθε ειρωνικής διάθεσης έναντι του εγωκεντρισμού και των υπερβολικών απαιτήσεων των παιδιών και των νέων. Θεωρεί την επιβολή των ηθικών κοινωνικών κανόνων ως ιδεολογικό φορέα του «αυταρχισμού των ενηλίκων» και κατ’ επέκταση, της «ρητορικής μίσους» που εμποδίζει την «κατανόηση του άλλου» κλπ. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν επιμορφωθεί με τις εκλαϊκεύσεις της αμερικανογενούς πολιτικής, ψυχολογικής και παιδαγωγικής σκέψης. Θεωρούν τον εαυτό τους «προοδευτικό», απλώς και μόνο επειδή εκφράζονται, επιχειρηματολογούν και συμπεριφέρονται πρακτικά με όλους τους συμβατικά αποδεκτούς τρόπους της ελευθεριάζουσας σημερινής προσχηματικής «αντισυμβατικότητας».

Μέσα από μια τέτοια προοπτική θα λέγαμε ότι η αρχή κάθε φιλελεύθερης εκπαίδευσης δεν είναι να βοηθήσει το παιδί να μεγαλώσει, αλλά να «επιτρέψει στη φύση του να εκφραστεί ελεύθερα». Ποια ακριβώς όμως είναι αυτή η «φύση του παιδιού» που υπονοείται από ένα τέτοιο στυλ διαπαιδαγώγησης; Μήπως εκείνη η προκοινωνική του άγριου ή του πρωτόγονου; Τι είδους συνειδήσεις προετοιμάζει ένα τέτοιο στυλ εκπαίδευσης, γονεϊκότητας κλπ., αν όχι την επιβίωση σε μια ιδεοποιημένη κοινωνία – ζούγκλα που «ο καθένας θα έκανε ότι ήθελε, χωρίς κανένας νόμος ή κανόνας να τον περιορίζει»; Και τι τελικά περιορίζει το «ψευτοφιλελεύθερα διαπαιδαγωγημένο» άτομο σε μια «κοινωνία ζούγκλα», αν όχι το δίκαιο του ισχυρότερου; Μοιάζει τότε το εν λόγω «προοδευτικό» στυλ διαπαιδαγώγησης του παιδιού, του μαθητή κλπ. να αυτοακυρώνεται και να χαράσσει μια πορεία άκρας οπισθοδρόμησης προς τρόπους συμπεριφοράς και πρακτικές καθημερινής διαβίωσης και συνύπαρξης που ιδεολογικά κατάγονται από την θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού.

Έτσι, παρατηρούμε σε κεντρικές γραμμές τις ακόλουθες τάσεις στη συμπεριφορά των ατόμων που έχουν διαπαιδαγωγηθεί από ένα ενοχοποιητικό – επιτρεπτικό στυλ

Ένα από τα κυριότερα στοιχεία είναι πως η ενοχοποίηση συνεπάγεται την παθητικοποίηση των ατόμων. Εφόσον, η ελεύθερη επιλογή έχει ενοχοποιηθεί στις συνειδήσεις τους τόσο πρώιμα (ήδη από την παιδική τους ηλικία), κάθε πιθανή επιλογή και δράση επενδύεται με συναισθηματικό βάρος, φόβο και ανασφάλεια. Συνεπώς, η έλλειψη αποτελεσματικού κοινωνικού ελέγχου των ατομικών συμπεριφορών ενδεχομένως θα αποδοθεί αργότερα από το άτομο στις αποκλειστικά δικές του επιλογές. Με άλλα λόγια, το ανήλικο άτομο μοιάζει να αναλαμβάνει το ίδιο την ευθύνη της δικής του διαπαιδαγώγησης. Σε αυτήν την περίπτωση, η αναβλητικότητα είναι ένα βολικό ψυχολογικό καταφύγιο και η δυσκολία στη λήψη αποφάσεων μια συχνή στάση του ατόμου απέναντι στη ζωή του. Έτσι, το άτομο είτε αισθάνεται ανήμπορο, αδύναμο, ευαίσθητο και αρκετά συναισθηματικό για να επιβιώσει στην όλο και αυξανόμενων απαιτήσεων καθημερινότητά του, είτε επιδίδεται σε ένα τιμωρητικό αυτομαστίγωμα, όντας παράλληλα θύτης και θύμα του εαυτού του, είτε υιοθετεί (επίσης ως άμυνα διαχείρισης των ενοχών) μια κυνική (ωφελιμιστική, εργαλειακή και ελευθεριάζουσα) στάση απέναντι σε όλους τους ηθικούς καταναγκασμούς, θεωρητικοποιώντας όλα τα ιδεολογήματα του άκρατου ατομισμού και της επιβίωσης με οποιοδήποτε τίμημα.