Από τον αυταρχικό πατέρα – αφέντη στο απαγορεύεται το απαγορεύειν

08/10/2019

Πατέρας μαλώνει το παιδί του

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Στις μέρες μας βλέπουμε να συνυπάρχουν δυο διαφορετικά στυλ διαπαιδαγώγησης

Το παλαιότερο, σχετικά πιο αυταρχικό (ή κάποτε και τυρρανικό ως προς την επιβολή της ηθικής τάξης), που συναντάμε πιο συχνά σε κοινωνίες ή σε οικογένειες που η πατρική φιγούρα είναι κυρίαρχη και ο Πατέρας (με ψυχαναλυτικούς όρους), παρεμβάλλεται στην σχέση της μητέρας με το παιδί, εισάγοντας όχι μόνο την ιδέα της απαγόρευσης της επιθυμίας για την μητέρα, αφού η «μητέρα είναι δικιά του», αλλά επίσης εισάγοντας το Νόμο και μετατρέποντας την δι-υποκειμενικότητα μητέρας – βρέφους σε μικρο-κοινωνία που λέγεται οικογένεια και ως τέτοια διαθέτει «έννομη τάξη».

Το δεύτερο στυλ διαπαιδαγώγησης, πιο «μοντέρνο» και σύγχρονο, που πέρασε από πολλές φάσεις «εκσυγχρονισμών», κατέληξε σήμερα να είναι επιτρεπτικό, ψευτοφιλελεύθερο, ακόμα και ελευθεριάζον. Υποστηρίζει ότι το παιδί έχει ατομικά νομικά δικαιώματα σαν όλους τους άλλους ενηλίκους να «κάνει ότι θέλει». Ο ενήλικος σε ρόλο κηδεμόνα ή παιδαγωγού, περισσότερο συζητά, παρά απαγορεύει ή επιβάλλει τη θέλησή του. Προσπαθεί να αποδείξει στο παιδί (ως «έλλογο ον») μέσω της επιχειρηματολογίας του ότι η δική του άποψη είναι ορθολογικότερη. Το στυλ αυτό αντιστοιχεί παραδοσιακά σε μια πιο μητρική – θηλυκή, ενσυναισθητική και ευαίσθητη στάση απέναντι στις επιθυμίες και τις συμπεριφορές του παιδιού, σε αντίθεση με το πρώτο που διακρίνεται για την αυστηρότητά του, τα σαφή όρια και την εξωτερική επιβολή των κανόνων και της δέουσας συμπεριφοράς.

Το πρώτο τείνει να προκαλεί συγκρούσεις, αντιδράσεις ή / και πειθαναγκασμό. Το δεύτερο ασκεί επιρροή με πιο έμμεσο και συναισθηματικό τρόπο. Βασικό εργαλείο του είναι η ενοχοποίηση και η δημιουργία μιας πεποίθησης ότι το άτομο κάνει ότι κάνει ή επιλέγει ότι επιλέγει, όχι επειδή αναγκάστηκε, αλλά επειδή αποφάσισε το ίδιο, «με δική του πρωτοβουλία», ενδεχομένως ακούγοντας και τις γνώμες των οικείων του, χωρίς όμως να «υποχρεωθεί να τις ακολουθήσει».

Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι το πρώτο στυλ διαπαιδαγώγησης διαμέσου της απαγόρευσης ασκεί μια εξωτερικώς επιβεβλημένη πίεση στο άτομο, η οποία οδηγεί αφενός σε αντιδράσεις, αφετέρου σε ενεργοποίησή του. Το δεύτερο, μέσω της συστηματικής ενοχοποίησης, ασκεί «ψυχολογική», συναισθηματική πίεση, οδηγώντας στην παθητικοποίηση ή και στην αδράνεια.

Στις μέρες μας, τείνει να κυριαρχεί στις νοοτροπίες και στις πρακτικές των ανθρώπων το δεύτερο στυλ διαπαιδαγώγησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε μια ψυχιατρική μελέτη που παρατίθεται από την Marie Winn στο βιβλίο της «Children without childhood» (στο Λας, Κ. 2006. Ο Ελάχιστος Εαυτός, εκδ. Νησίδες) «οι περισσότεροι γονείς αποφεύγουν από ντροπή να δηλώσουν σθεναρά ότι αυτοί και όχι τα παιδιά, πρέπει να ορίζουν τους κανόνες και ορισμένοι γονείς δηλώνουν ότι πρέπει να είναι ίσοι.»

Συχνά λοιπόν οι γονείς (όπως κατ’ επέκταση και οι εκπαιδευτικοί) μοιάζουν απρόθυμοι να αναλάβουν το ηθικό χρέος και το κοινωνικό έργο μιας αυστηρής διαπαιδαγώγησης και να δυσαρεστήσουν το παιδί. Έχοντας προηγουμένως οι ίδιοι αποδομήσει στις συνειδήσεις τους το γονεϊκό ρόλο, μετατρέπονται (ή προσπαθούν να μετατραπούν) σε σύντροφοι – φίλοι των παιδιών τους, ανίκανοι να ασκήσουν τον απαιτούμενο κοινωνικό έλεγχο των παιδικών στάσεων και συμπεριφορών.

Με μεγάλες δόσεις εκλαϊκευμένης (και συχνά εξαμερικανισμένης) «ψυχολογίας», το εγγράμματο ενήλικο κοινωνικό περιβάλλον προτιμά να επηρεάζει τους ανήλικους, να κουβεντιάζει μαζί τους «σαν ίσος προς ίσον» σε ένα «πολιτισμένο και φιλικό κλίμα», να προσπαθεί να κερδίσει την συμπάθεια και την εύνοια τους, χωρίς καυγάδες και «περιττές συγκρούσεις»…

Όπως σημειώνει ο Λας (στο ίδιο σ. 180) «Οι ενήλικες ξοδεύουν πολλή ενεργητικότητα προσπαθώντας να βεβαιώσουν το παιδί πως είναι σπουδαίο και πως το αγαπούν πολύ, πιθανόν για να σβήσουν την υποψία πως πολύ λίγο ενδιαφέρονται για το παιδί. Προσπαθούν να μη θυμίζουν στο παιδί την ανωριμότητα και την εξάρτησή του. Οι γονείς, απρόθυμοι να αξιώσουν να τους αναγνωριστεί η μεγαλύτερη πείρα, επιδιώκουν να γίνουν σύντροφοι των παιδιών τους. Καλλιεργούν νεανική εμφάνιση και νεανικά γούστα, μαθαίνουν όλες τις νέες εκφράσεις της γλώσσας των νέων και συμμετέχουν με ενθουσιασμό στις δραστηριότητες των παιδιών. Κοντολογίς, κάνουν ο,τι είναι δυνατόν για να ελαχιστοποιήσουν τη διαφορά μεταξύ των γενεών. Τελευταία, έχει γίνει της μόδας να ελαχιστοποιούμε και τις διαφορές των φύλων, συχνά – πάλι! – με τις καλύτερες προθέσεις».

Αναγνωρίζοντας λοιπόν πως καταρχάς μπορεί να υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις πίσω από την συστηματική καλλιέργεια και υιοθέτηση πιο δημοκρατικών και φιλελεύθερων στυλ διαπαιδαγώγησης και εκπαίδευσης, δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η συγκάλυψη, πίσω από μια σήμερα σχεδόν αυτονόητη ιδέα εξέλιξης και προόδου, στις συμπεριφορές του ενήλικου περιβάλλοντος (γονέων, κηδεμόνων και εκπαιδευτικών) προς τα παιδιά, των ναρκισσιστικών και εγωκεντρικών προφυλάξεων που λαμβάνουν οι γονείς για τον εαυτό τους στη σχέση τους με τα παιδιά. Σύμφωνα με μια γνωστή γαλλική παροιμία: «Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις».

Με απλά λόγια, οι γονείς (όπως και οι εκπαιδευτικοί) φέρουν βαρέως τον κίνδυνο της ενδεχόμενης συναισθηματικής απόρριψης εκ μέρους των παιδιών. Πιο γενικά, δεν αποδέχονται να μην είναι συμπαθείς και δημοφιλείς. Άλλωστε, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το πιο φιλελεύθερο στυλ διαπαιδαγώγησης, όταν φτάνει στην πιο ακραία επιτρεπτική εκδοχή του, περισσότερο σχετίζεται με τις ναρκισσιστικές άμυνες του γονέα (ή και του εκπαιδευτικού) προς το παιδί και το κοινωνικό περιβάλλον, παρά με μια συνειδητή επιλογή βελτίωσης του μοντέλου της γονεϊκότητας.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε πως η αλλαγή μοντέλου διαπαιδαγώγησης και γαλούχησης των νέων γενεών μοιάζει να είναι άμεσα συνδεδεμένη με πολλές ψυχολογικές και ψυχοκοινωνικές δυσλειτουργίες του σύγχρονου νέου ανθρώπου. Στη διαπίστωση αυτή, που θα απαιτούσε μια πιο εξειδικευμένη και εκτενή αναφορά, θα επανέλθουμε σε επόμενα άρθρα.